Posts Tagged ‘ Στάση ζωής ’

Je suis Charlie (?)

paris

Το ερώτημα αν η σάτιρα έχει όρια και μέχρι που αυτή μπορεί να φτάσει είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί. Υπάρχουν επιχειρήματα που μπορούν να πείσουν έναν σκεπτόμενο άνθρωπο είτε για τη μια είτε για την άλλη άποψη. Το λεπτό σημείο όμως σε μια τέτοια συζήτηση είναι το αν και κατά πόσο τίθενται όρια στην ελευθερία της έκφρασης από τη μια και του σεβασμού των πιστεύω από την άλλη και ο καλύτερος φορέας για τη συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να πηγάζει από πουθενά αλλού παρά μόνο από την παιδεία αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο στο οποίο απευθύνεται αλλά και παράγεται η σάτιρα.

Ολόκληρος ο πλανήτης έχει συγκλονιστεί από τη δολοφονική επίθεση στα γραφεία του περιοδικού Charlie Hebdo στη γαλλική πρωτεύουσα. Οι δράστες, εμφορμούμενοι από το γεγονός πως η απεικόνιση του Προφήτη του Ισλάμ είναι μια ανίερη πράξη αποφάσισαν να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους, δικάζοντάς τους και καταδικάζοντάς τους εις θάνατο χωρίς καν να απολογηθούν. Στο μυαλό των ανθρώπων αυτών, όπως άλλωστε στο μυαλό κάθε φανατισμένου ανθρώπου που το οπτικό του πεδίο περιορίζεται από τα στενά πλαίσια του δόγματος που πιστεύει ή που θεωρεί ως τη μοναδική αλήθεια, η τιμωρία και ο θάνατος των συντακτών του περιοδικού ήταν ένα ιερό καθήκον το οποίο έπρεπε πάση θυσία να φέρουν εις πέρας. Η αξία της ανθρώπινης ζωής, αλλά και κάθε άλλη αξία, είναι σε δεύτερη μοίρα ή ενδεχομένως δεν αποτελεί καν αξία. (Η εκτέλεση των ανθρώπων αυτών έπρεπε να γίνει πραγματικότητα προκειμένου να σωθεί η ψυχή των εκτελεστών όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και θα κριθεί. Μήπως τελικά τα δόγματα παράγουν εγωιστές αλλά και παράφρονες ανθρώπους;… θα αναρωτηθεί εύλογα ένας ουδέτερος παρατηρητής)

Δυστυχώς η ιστορία έχει να επιδείξει σωρεία τέτοιων γεγονότων, τα οποία, όπως έχει τελικά αποδειχτεί, έχουν τις ρίζες των αιτιών που τα προκάλεσαν κάπου αλλού! Θα ήταν τουλάχιστον ηλίθιο, αν ισχυριστεί κανείς πως ο απλός πιστός μιας θρησκείας έχει κάποια σχέση με τον άνθρωπο που κρατάει το μαχαίρι ή το όπλο και σκοτώνει λόγω μίσους. Διότι το μίσος και η μισαλλοδοξία είναι επίκτητα χαρακτηριστικά του ανθρώπου και όχι έμφυτα, χαρακτηριστικά τα οποία δυστυχώς διδάσκοντα! Τα συμφέροντα λοιπόν πίσω από το κύμα αυτό των επιθέσεων, έχουν βρει γόνιμο έδαφος στα μυαλά απαίδευτων ανθρώπων κι έχουν σπείρει τα ανίερα σχέδιά τους καμουφλαρισμένα πίσω από τις θρησκευτικές διαφορές. Ο σκοπός τους δεν είναι άλλος από τη διασπορά του φόβου σε ολόκληρο τον πλανήτη. Φόβος, ο οποίος θα οδηγήσει αναμφίβολα στη λήψη μέτρων για την ‘προστασία’ μας, με άλλα λόγια, μέτρων που στόχο θα έχουν να περιορίσουν την ελευθερία. Ελευθερία κινήσεων, ελευθερία αποφάσεων, ελευθερία στην καθημερινότητα, ελευθερία λόγου, αλλά το χειρότερο, ελευθερία σκέψης!

Κάθε σύστημα που προσπαθεί να επιβληθεί και βεβαίως να κυβερνήσει, θέλει να μπορεί να επιβάλλει τις αποφάσεις του. Αυτό, σε μια ιδανική κοινωνία κι έναν ιδανικό πλανήτη κατ’ επέκταση, θα προϋπόθετε εξύψωση της παιδείας με σκοπό τη δημιουργία υγιώς σκεπτόμενων πολιτών με τους οποίους κάθε αρχή θα μπορούσε να συνδιαλέγεται και να λαμβάνει αποφάσεις. Η ουτοπία αυτή όμως ουδέποτε υπήρξε και είναι κοινώς αποδεκτό πως είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει, οπότε τα συστήματα λήψης των αποφάσεων χρησιμοποιούν την πιο εύκολη οδό προς εκπλήρωση των σκοπών τους. Το φανατισμό και το διχασμό. Κοσμοθεωρίες, θρησκείες, πολιτικά κόμματα ακόμα αθλητικά σωματεία γίνονται εργαλεία στα χέρια των ισχυρών προκειμένου να αδυνατίσουν τους κοινωνικούς δεσμούς, να αποπροσανατολίσουν και τελικά να βάλουν ισχυρές κι αδιαπέραστες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αντίδοτο ή κάποια θαυματουργή λύση είναι δύσκολο να υπάρξει. Αρχή και τέλος σε κάθε κοινωνία είναι η παιδεία της (σ.σ. όχι η εκπαίδευση της). Αν εμείς οι απλοί πολίτες των κοινωνιών του παγκόσμιου πια χωριού στο οποίο ζούμε θέλουμε αύριο τέτοια γεγονότα να μην υπάρξουν ξανά, θα πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας την αξία της ανθρώπινης ζωής αλλά και του σεβασμού στα πιστεύω του άλλου. Όποια κι αν είναι αυτά…

Advertisements

Πολιτική – Πολίτες – Παιδεία

 mono

Μετά τις τελευταίες δυσάρεστες εξελίξεις στο χώρο του Δημοσίου και των ΟΤΑ και τη διαφαινόμενη κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας συμβαίνει ένα γεγονός που από τους περισσότερους από εμάς έχει περάσει(;) απαρατήρητο είναι όμως πάρα πολύ σημαντικό και προδίδει το ποιόν μας ως λαός. Η συμμετοχή των Δημοτικών Αστυνόμων στις κινητοποιήσεις τους έχει αναγκάσει να απομακρυνθούν από τους δρόμους των πόλεων που μέχρι εχτές επόπτευαν και φρόντιζαν για την ομαλή διευθέτηση των πραγμάτων. Τις τελευταίες όμως μέρες παντού υπάρχουν σταθμευμένα αυτοκίνητα χωρίς να είναι πληρωμένο το αντίτιμο, υπάρχουν αυτοκίνητα πάνω σε στροφές, σε γωνίες, σε σημεία που απαγορεύεται η στάθμευση αλλά και σε σημεία που δυσκολεύουν την κυκλοφορία των άλλων οχημάτων.

Όλοι εμείς, με την ψήφο μας, εκλέξαμε τους ανθρώπους που σε τοπικό επίπεδο διοικούν τα κοινά και φροντίζουν για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Οι άνθρωποι αυτοί, μετά από δικιά μας εξουσιοδότηση, έλαβαν κάποιες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων, σε πολλές πόλεις της χώρας, ήταν και η ελεγχόμενη κι επί πληρωμή στάθμευση των οχημάτων μας, ειδικά στα κέντρα των πόλεων που ζούμε. Εμείς οι ίδιοι απαιτήσαμε να μπει μια τάξη στη στάθμευση για να μην προκαλείται χάος ώστε να μπορέσει να βρεθεί η, κατά το δυνατόν, χρυσή τομή για το εν λόγω ζήτημα, που λίγο πολύ μας ταλαιπωρεί όλους. Φαίνεται όμως, κι αυτό αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά μας, πως η εξουσιοδότηση που παρείχαμε στους αιρετούς για να διευθετήσουν τα κοινά μας προβλήματα ήταν μόνο… για τα μάτια του κόσμου. Μόλις η ‘απειλή’ του αστυνομικού οργάνου που ενδεχομένως θα μας κόψει την κλήση αν δε σεβαστούμε το θεσμό εξαφανίστηκε, ξεχάσαμε πως η ελεγχόμενη στάθμευση, ακόμα κι αν η Δημοτική Αστυνομία καταργηθεί, υπάρχει και υφίσταται κι εμείς οι πολίτες οφείλουμε αυτό να το σεβαστούμε. Οφείλουμε να πληρώσουμε το αντίτιμο για το χρόνο που σταθμεύουμε το αυτοκίνητό μας, οφείλουμε να μην το αφήνουμε εκεί που απαγορεύεται, οφείλουμε να σεβόμαστε τον οδηγό αλλά και τον πεζό δίπλα μας, ακόμα κι αν δεν υπάρχει εκεί γύρω ο Δημοτικός Αστυνόμος. Τούτο όμως δυστυχώς δε γίνεται…

Είναι λοιπόν εύλογη η απορία που γεννάται: Είναι ο θεσμός που κάνει την ελληνική κοινωνία να λειτουργεί, να δρα και να αντιδρά ή ο φόβος της τιμωρίας; Σίγουρα, ο άνθρωπος ως ελεύθερο ον δε θέλει σε καμία περίπτωση να του επιβάλλεται κανένας περιορισμός και προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να παραμείνει μακριά από δεσμεύσεις. Από την άλλη όμως, και προκειμένου να διασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο ελευθερίας μέσα στο οποίο μπορεί να ζει και να κινείται, έχει θεσπίσει θεσμούς που κανονίζουν τον τρόπο συμπεριφοράς όλων των μελών που απαρτίζουν μια κοινωνία και μάλιστα ο ίδιος αυτός άνθρωπος έχει δώσει δια της ψήφου του (και όχι μόνο) την εξουσιοδότησή του γι’ αυτό. Γιατί λοιπόν αυτός ο πολίτης δε σέβεται αυτά που (στην ουσία) ο ίδιος έχει αποφασίσει; Γιατί κάνει ενέργειες εις βάρος των συμπολιτών του; Από τη στιγμή μάλιστα που γνωρίζει πως αν αυτός δε συμμορφώνεται με τους θεσμούς το ίδιο θα πράξουν και οι άλλοι και τελικά η δικιά του προσωρινή ‘εξυπνάδα’ θα γυρίσει εις βάρος του;

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν σε κοινωνίες άλλων χωρών κι άλλων πολιτισμών θα υπήρχαν αντίστοιχες με των Ελλήνων συμπεριφορές. Εκείνο όμως που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν είναι το γεγονός πως για ακόμα μια φορά αποδείξαμε πως αυτό που μας ταλαιπωρεί ως χώρα είναι η τρομερή έλλειψη παιδείας. Η γνωστή κουτοπονηριά με την οποία έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε έκανε για ακόμα μια φορά την εμφάνισή της μαζί με το αλαζονικό χαμόγελο του οδηγού που άφησε το αυτοκίνητό του στη ζώνη ελεγχόμενης στάθμευσης χωρίς να πληρώσει το αντίτιμο που αναλογεί… ο έξυπνος Ελληνάρας…

Χρώματα, γεύσεις, απορίες κι άλλα παιχνίδια του μυαλού…

Αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί πιστεύω πως το τάδε χρώμα είναι καλύτερο από το άλλο. Γιατί το τάδε φαγητό μου αρέσει περισσότερο από το δείνα. Γιατί επιλέγω να συμπεριφέρομαι έτσι κι όχι αλλιώς. Γιατί ο χαρακτήρας μου είναι αυτός και όχι κάποιος άλλος. Γιατί, κι άλλο γιατί, και μερικά ακόμα στην ατελείωτη ουρά…

Και μετά αναρωτιέμαι αν μπορώ να δώσω αντικειμενική απάντηση στα ερωτήματα που γυρίζουν στο μυαλό μου, γιατί είναι δεδομένο πως η απάντηση πάντα θα εξαρτάται από το χρώμα που μου αρέσει, από το φαγητό που αγαπώ κι από το χαρακτήρα που υπάρχει μέσα μου και με διαφεντεύει, άρα δεν μπορεί να είναι αντικειμενική. (Εκτός κι αν το υποκειμενικό είναι τέτοιο μόνο για τους άλλους και την οπτική τους γωνία αλλά για τον καθένα μας ατομικά είναι αντικειμενικό! Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί η απάντηση να είναι αντικειμενική…)

Άραγε, αυτός ο χαρακτήρας είναι που ρωτάει τούτες τις ερωτήσεις ή κάποιο κρυφό μέρος της λογικής μου που θέλει να αντισταθεί στο είναι μου και να επαναστατήσει επειδή είναι κλειδωμένο κάπου βαθιά κι αποζητά το φως; Τελικά είμαι ότι πιστεύω πως μου αρέσει και πως είναι σωστό ή απλώς αυτό είναι το περιτύλιγμα μιας όψης και μιας πλευράς μου που πρεσβεύει τα ακριβώς αντίθετα; Είναι τρομακτικό ένα τέτοιο ενδεχόμενο! Από την άλλη, αν η πίστη μου σε κάτι είναι αληθινή γιατί πρέπει να το υπενθυμίζω και να το λέω στον εαυτό μου διαρκώς, μήπως για να πεισθώ ότι η άλλη πλευρά δεν υπάρχιε; Ή μήπως για να το πιστέψει κι εκείνο το κάτι με τη διαφορετική άποψη και πίστη, που είναι κλειδωμένο βαθιά, πολύ βαθιά,δια της συνεχούς επανάληψης;

Τελικά πάντα καταλήγω πως μου αρέσει το πράσινο χρώμα. Εκείνο που δεν μπορώ όμως να καταλήξω ποτέ, είναι αν το πράσινο μου αρέσει, αν δηλαδή, για να ακριβολογώ, αρέσει σε εμένα που κρύβομαι κάπου βαθιά ή σε εμένα που κοιτάζω στον καθρέφτη, στο περιτύλιγμα που βλέπει η κοινωνία σε εμένα; Και τελικά, ο καθρέφτης μου δείχνει μόνο ότι υπάρχει απ’ έξω ή τα μάτια μου φανερώνουν και το μέσα; Αυτά τα ίδια μάτια που κοιτάζουν το πράσινο και τους αρέσει πολύ… Ή μήπως όχι; Γι’ αυτό λοιπόν αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί πιστεύω πως το τάδε χρώμα είναι καλύτερο από το άλλο…

Στάση ζωής

 

Ο Σάρτρ είπε ότι ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Δε δημιούργησε μόνος του τον εαυτό του, ωστόσο από τη στιγμή που υπάρχει είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Ο κάθε άνθρωπος δημιουργεί τον εαυτό του αλλά οι πράξεις του έχουν αντίκτυπο σε όλους. Δε θα μιλήσουμε βεβαίως για τον υπαρξισμό εδώ αλλά θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια διερεύνηση αυτού που ονομάζουμε “Στάση ζωής” και η εισαγωγή αυτή είναι ενδεχομένως η καταλληλότερη.

Καθένας από εμάς, τόσο λόγω κάποιων εξωγενών παραγόντων, όπως η παιδεία του, οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει και δρα, οι παραδόσεις του όσο και κάποιων ενδογενών, όπως η σύνθεση του γενετικού του υλικού, διαμορφώνει κάποιες πεποιθήσεις πάνω στις οποίες εδράζει την καθημερινή του συμπεριφορά αλλά και την πορεία του στη ζωή. Άλλος πιστεύει στο Θεό κι άλλος όχι. Άλλος αν βρει ένα πορτοφόλι θα το παραδώσει στον ιδιοκτήτη του κι άλλος όχι. Κάποιος έχει ως μέσο επιβολής της γνώμης του τη βία κι άλλος το διάλογο. Όλες αυτές οι συμπεριφορές έχουν μια αιτία η οποία τις επιβάλλει, μερικές φορές δε σε σημείο ψυχαναγκασμού. Ποια θα μπορούσε λοιπόν να είναι αυτή η αιτία (αιτίες) και γιατί συμβαίνει ο άνθρωπος στην πορεία της ζωής του να απορρίπτει αξιώματα που στο παρελθόν είχε ενστερνιστεί και υπερασπιζόταν σθεναρά;

Χωρίς βεβαίως να είμαστε απόλυτοι, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας είναι το γενετικό μας υλικό, η ουσία από την οποία έχουμε δημιουργηθεί και η οποία διαμορφώνει τόσο το φαινότυπό μας, το παρουσιαστικό μας, όσο και το χαρακτήρα μας, αν δεχτούμε ότι αυτός είναι αποτέλεσμα του δικτύου των νευρώνων μας και των διεργασιών που γίνονται μέσα σ’ αυτούς. Αυτός ο παράγοντας όμως αποτελεί μια παράμετρο που είναι δύσκολο τόσο να εξεταστεί και να διερευνηθεί όσο και να αναδιαμορφωθεί κι έτσι ίσως θα ήταν σκόπιμο να μη συμπεριληφθεί στο σκεπτικό μας παρά μόνο ως η αναφορά που έγινε εδώ.

Η οικογένεια, ως η πρώτη μορφή στοιχειώδους κοινωνικής δομής, αποτελεί το πρωταρχικό παράδειγμα για τους νέους ανθρώπους. Η μάνα κι ο πατέρας, μέσα από τη φιλοσοφία – στάση ζωής τους, περνούν, έστω και υποσυνείδητα, τη φιλοσοφία τους αυτή στους απογόνους τους. Αποτελούν το παράδειγμα το οποίο τα παιδιά μιμούνται. Τι είναι όμως εκείνο που κάνει τα παιδιά της ίδιας οικογένειας να έχουν ενίοτε διαφορετική στάση ζωής; Ίδια παραδείγματα, ίδια καθημερινότητα, παρόμοιο περίπου γενετικό υλικό, κι όμως όλοι μας έχουμε συναντήσει περιπτώσεις που αδέρφια έχουν τελείως διαφορετικές απόψεις.

Σίγουρα, μεγάλο ρόλο διαδραματίζει τόσο η παιδεία όσο και η κοινωνία. Η παιδεία μέσα από τις παρεχόμενες γνώσεις και η κοινωνία δια του αξιακού συστήματος με το οποίο λειτουργεί και υφίσταται. Στον ελληνικό χώρο, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παιδεία έχει σαφώς προσανατολιστεί σε εξειδικευμένα και τεχνικά ζητήματα και δεν είναι πλέον αγωγός διδαγμάτων και αξιών, οπότε η συμβολή της σίγουρα είναι μετρήσιμη αλλά είναι σχετικά μικρή. Ο κοινωνικός ιστός από την άλλη, με τα πρότυπα που προβάλλει κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, έχει μεγαλύτερη βαρύτητα σ’ αυτό που λέμε διαμόρφωση χαρακτήρα, ο οποίος με τη σειρά του σμιλεύει τη στάση ζωής του καθενός μας. Σε μια θεοκρατούμενη για παράδειγμα κοινωνία, η φιλοσοφία της ζωής είναι εγγύτερα στο Θείο και την ενασχόληση με αντίστοιχες πρακτικές, ενώ σε μια εμπόλεμη κοινωνία, η φιλοσοφία της ζωής έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα, όπως διαφορετικό χαρακτήρα θα έχει σε μια κλειστή κοινωνία ενός χωριού από ότι σε μια πλουραλιστική από άποψη θεσμών και συνηθειών κοινωνία μιας μεγαλούπολης.

Μπορεί ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει εύκολα και να διακρίνει τις καταβολές αυτές, ώστε να έχει τη δυνατότητα να τις φιλτράρει μέσα του και να καταλήξει στη στάση ζωής που πραγματικά επιθυμεί; Ή είναι δέσμιος των συμπεριφορών, των προκαταλήψεων και των συνθηκών που θεωρεί ότι είναι δεδομένες και δεν μπορούν να αλλαχτούν. Μπορεί ο ζωσμένος εκρηκτικά να σκεφτεί ότι ο στόχος του είναι κι αυτός άνθρωπος και μάλιστα αδερφός του; Ή θεωρεί ότι με τη στάση του επιτελεί ιερό καθήκον; Μπορεί ο υπάλληλος στην Ελλάδα να συνειδητοποιήσει ότι είναι υπηρέτης του κοινωνικού συνόλου και όχι δυνάστης του; Ότι πρέπει να εργάζεται περισσότερο και σκληρότερα από όλους τους άλλους;

Κατά καιρούς, η ιστορία έχει να επιδείξει κάποιες τάσεις που επικρατούν και οι οποίες έχουν πιστούς ακολούθους, άλλες φορές λίγους κι άλλες φορές πολλούς. Κι αυτές οι τάσεις γίνονται τρόπος ζωής ενώ μερικές φορές υιοθετούνται και κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα για να υπάρχει ταυτοποίηση αλλά και διαχωρισμός από άλλες κοινωνικές ομάδες. Πολλά μπορούν να αναφερθούν ως παραδείγματα από χορτοφάγους (vegetarians) και emo μέχρι και ακραίες καταστάσεις εθνικιστών κλπ. Όλη αυτή η διαμορφούμενη κατά καιρούς φιλοσοφία προκύπτει είτε από επιστημονικά δεδομένα και εξελίξεις είτε από πολιτικές σκέψεις και σκοπιμότητες, οι οποίες διαχέονται έντεχνα στον πληθυσμό σπέρνοντας νέα κάθε φορά ήθη είτε ακόμα κι από κοσμοθεωρίες που κατά καιρούς φροντίζουν να αναζωπυρώνουν τη σφαίρα επιρροής τους έλκοντας νέους οπαδούς. Η αποδοχή όλων αυτών καθορίζει τη στάση ζωής μιας μερίδας ανθρώπων οι οποίοι δρουν κι ενεργούν σύμφωνα με τις επιταγές τους.

Η βιολογική εξέλιξη όμως του ανθρώπου και ο χρόνος που περνά αλλοιώνει αυτές τις πεποιθήσεις και τροποποιεί τη στάση ζωής. Που πήγαν όλα εκείνα τα παιδιά των λουλουδιών της δεκαετίας του 60; Γιατί ενσωματώθηκαν στο κατεστημένο; Γιατί οι επαναστάτες του Πολυτεχνείου που ευαγγελίζονταν την παιδεία και την ελευθερία τώρα πολιτεύονται και θεσμοθετούν φτιάχνοντας νόμους αντιδημοκρατικούς; Γιατί κοινωνίες ολόκληρες έχουν αλλάξει τρόπο και στάση ζωής και μάλιστα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα; Όπως στη χώρα μας που από τη δεκαετία του 90 και μετά η χειρωνακτική εργασία και η πρωτογενής παραγωγή έγιναν είδος προς εξαφάνιση για τους ημεδαπούς; Είναι θέμα οικονομικό; Μήπως πολιτικό ή κοινωνικό; Συνδράμει και η παιδεία; Είναι συνδυασμός όλων των παραπάνω; Ή είναι κάτι άλλο, αδιόρατο, που επενεργεί στο υποσυνείδητό μας και μας οδηγεί από τη μια φιλοσοφία ζωής στην άλλη; Είναι η φυσική εξέλιξη μήπως;

Νικόλαος Δημητρίου, Υπουργός.

Image: dan / FreeDigitalPhotos.net

Ο ήλιος είχε χαθεί στον ορίζοντα. Μια κόκκινη απόχρωση που ξεθώριαζε έπαιζε με τα λιγοστά σύννεφα στην άκρη του ουρανού. Στο βάθος τα φώτα της πόλης άρχισαν δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους και να μπλέκονται ανάμεσα στις σκιές των ψηλών κτιρίων. Η ζέστη δεν έλεγε να υποχωρήσει, ακόμα και τώρα ήταν ανυπόφορη.

Μακριά από την τσιμεντένια πολιτεία, στο περιτριγυρισμένο από άφθονη βλάστηση  σπιτικό του, ο Νίκος  χάζευε τον ήχο της σιωπής. Μοναχά κάποια ανήσυχα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα, ξεχασμένα από το μεσημέρι και συνεπαρμένα από το ρυθμό της φωνής τους. Εκείνο το απόμερο και ήσυχο σπίτι ήταν το καταφύγιό του. Απόμαχος της πολιτικής, είχε ανακαλύψει εκείνο το ήσυχο σημείο και περνούσε τον καιρό του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ενώ είχε αποσυρθεί από το δημόσιο βίο δεν είχε σταματήσει να τον παρακολουθεί.

Υπάρχει συνοδεία μουσικής, αρκεί να πατήσετε το play στην αρχή της ιστορίας…

Η συνέχεια εδώ.

Υποχρεώσεις – Επιθυμίες

 

Image: Pixomar / FreeDigitalPhotos.net

Ας μιλήσουμε για υποχρεώσεις. Καλύτερα ίσως θα ήταν να μιλήσουμε γιατί έχουμε τόσες υποχρεώσεις και γιατί είμαστε ανεκτικοί σε ακόμα περισσότερες.

Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί και βλέποντας τους γονείς μου να έχουν ένα σωρό σκοτούρες στο κεφάλι τους, έλεγα μέσα μου ότι δε θα επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο και σε μένα. Αλλά, φευ, η παιδική μου αφέλεια αποδείχτηκε απλώς μια ουτοπία. Μεγαλώνοντας κι αρχίζοντας να έχω απαιτήσεις από τη ζωή, άρχισα να συμβιβάζομαι με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις γύρω μου. Οι ανάγκες μου για να πραγματοποιηθούν έπρεπε να αρχίσω να αναλαμβάνω κάποιες υποχρεώσεις και όσο οι ανάγκες μεγάλωναν, τόσο μεγάλωναν και οι υποχρεώσεις. Πλέον η μια δουλειά δεν ήταν αρκετή κι έπρεπε να βρεθεί και κάτι άλλο.

Ποιος όμως είναι ο ορισμός της ανάγκης ή αλλιώς της επιθυμίας;

Παραθέτω ένα μικρό κομμάτι από τη διδασκαλία του Επίκουρου (341 π.Χ. -320 π.Χ.), από την Επιστολή προς Μενοικέα.

Ἀναλογιστέον δὲ ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαί͵ αἱ δὲ κεναί͵ καὶ τῶν φυσικῶν αἱ μὲν ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσι καὶ μόνον· τῶν δὲ ἀναγκαίων αἱ μὲν πρὸς εὐδαιμονίαν εἰσὶν ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ πρὸς τὴν τοῦ σώματος ἀοχλησίαν͵ αἱ δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ ζῆν. τούτων γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν͵ ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος.

 

Ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος είχε κατατάξει τις επιθυμίες σε φυσικές και μάταιες, τις δε φυσικές σε αναγκαίες κι απλώς φυσικές. Τις αναγκαίες τις ξεχώριζε σ’ αυτές που είναι απαραίτητες για την ευδαιμονία, σ’ αυτές που αφορούν την ευεξία του σώματος και εκείνες που είναι απαραίτητες για την επιβίωση του ανθρώπου.

Αν το φιλοσοφήσουμε όλο αυτό χωρίς ψευδαισθήσεις, θα μπορέσουμε να εξορθολογίσουμε τις επιθυμίες μας κι έτσι να έχουμε ένα υγιές σώμα αλλά και γαλήνη στην ψυχή, μιας και αυτά είναι ότι έχει να προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή.

Εμείς όμως σήμερα, έχουμε ανάγκες που όχι μόνο φυσικές και αναγκαίες δεν είναι, ίσως το αντίθετο, θα μπορούσε εύλογα να ισχυριστεί κανείς. Η πληθώρα των καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και το απίθανο μάρκετινγκ και η διαφήμιση που έχει ανάγει σε τέχνη τη δημιουργία τεχνητών αναγκών στη σύγχρονη κοινωνία, έχουν αποπροσανατολίσει τον άνθρωπο και τον έχουν μετατρέψει σε αχόρταγο καταναλωτή. Όμως, η ικανοποίηση όλων αυτών των επιθυμιών απαιτεί ενέργεια και οικονομικούς πόρους, οι οποίοι για να εξασφαλιστούν χρειάζεται όλο και περισσότερη εργασία, η οποία κάποια στιγμή δεν επαρκεί και απαιτείται κι άλλη κι άλλη κι άλλη… Έτσι οι υποχρεώσεις αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, ταυτόχρονα η διαφήμιση αυξάνει επιδέξια τις ανάγκες μας κι όλος αυτός ο φαύλος κύκλος δεν κλείνει ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι μια αέναη και μάταιη αναζήτηση όλο και περισσότερων οικονομικών αγαθών, με όποια μορφή που μπορεί αυτά να έχουν, στο κυνήγι της οποίας έχουν αφιερωθεί ολόκληροι επιστημονικοί κλάδοι. Άλλοι για να καταφέρουν να αυξήσουν τη λαιμαργία μας κι άλλοι για να καταπραΰνουν τις  αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχικό μας κόσμο.

Όποιος δεν φχαριστιέται με τα λίγα δε φχαριστιέται με τίποτα.

Ίσως, κάποια στιγμή ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να γυρίσει την πλάτη σ’ αυτό που λέγεται άκρατος καταναλωτισμός, να αναγνωρίσει ότι είναι θύμα μιας πολύ καλά οργανωμένης δομής που παράγει και προωθεί ανάγκες που δεν είναι καθόλου απαραίτητες και να επικεντρωθεί σε ότι είναι πραγματικά αναγκαίο. Και πάνω απ’ όλα να ξαναβρεί χρόνο για τον εαυτό του και την οικογένειά του, για τους ανθρώπους που αγαπάει και για ότι τον ευχαριστεί και τον γεμίζει. Να ξαναγίνει ευτυχισμένος.

Κλείνοντας αναφέρω ένα από τα ρητά του Επίκουρου:

“ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΛΑΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΝΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΠΩΣ ΟΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΠΟΤΕ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΥΧΟΜΑΣΤΑΝ”

 

Αρέσει σε %d bloggers: