Posts Tagged ‘ Διάλογος ’

Απουσία διαλόγου.

δλγ

«Αυτός που ζει από τη μάχη με έναν εχθρό, έχει προσωπικό συμφέρον να

διατηρήσει τον εχθρό του ζωντανό.»

Νίτσε

Σε τούτη τη δημοκρατία που ζει χάρη σε παραδοχές, υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, μια λέξη, που έχει χάσει πια την εννοιολογική της σημασία, βρίσκεται διαρκώς μπροστά στα χείλια όλων όσων λαμβάνουν αποφάσεις και τη χρησιμοποιούν αφειδώς θέλοντας να νομιμοποιήσουν από τη μια αλλά και να δώσουν αξία στα σχέδιά τους από την άλλη. Και η λέξη αυτή δεν είναι άλλη παρά ο διάλογος, μια τσαλακωμένη και σαπισμένη στις μέρες μας λέξη που παραπαίει ανάμεσα στην πρωταρχική της έννοια που βάζει πριν από όλα το Λόγο κι ύστερα όλα τα υπόλοιπα, και σ’ αυτή την αποστεωμένη σκιά της έτσι όπως έχει καταντήσει στις μέρες μας.

Ο Λόγος, τόσο ως λογική όσο και ως ομιλία, όταν παίρνει τη μορφή του πραγματικού και ειλικρινούς Διαλόγου μεταμορφώνεται στο πιο ισχυρό ίσως εργαλείο του Ανθρώπου με το οποίο είναι ικανός να λύσει και τα πιο δύσκολα προβλήματα. Ο διάλογος είναι ένας αγώνας, μια πάλη στην οποία αντιπαρατίθενται επιχειρήματα με έναν και μοναδικό σκοπό που δεν είναι άλλος παρά η εύρεση λύσης σε κάποιο πρόβλημα ή η λήψη της καλύτερης απόφασης ανάμεσα σε πολλές ή ακόμα και ο σχεδιασμός του μέλλοντος.

Στις μέρες μας όμως ο διάλογος επί της ουσίας έχει καταργηθεί. Υπάρχουν μονόλογοι, παράλληλοι στην καλύτερη των περιπτώσεων. Οι δημοκρατίες χαρακτηρίζονται από το διάλογο που αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτές σε αντίθεση με τα υπόλοιπα καθεστώτα που ο διάλογος απαγορεύεται κι επιτρέπεται μόνο ο μονόλογος και οι χειροκροτητές αυτού! Δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς πως, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο, ο διάλογος έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Τα οικονομικά αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει ο νότος δε συζητούνται πια, οι αποφάσεις λαμβάνονται μονομερώς από τους ισχυρούς του βορρά που θεωρούν πως η λιτότητα και η εξαθλίωση είναι ο μονόδρομος που θα οδηγήσει στη σωτηρία, ξεχνώντας πως αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου το οικονομικό σύστημα να ορθοποδήσει είναι η ανάπτυξη. Κι ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει όταν οι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, όταν χάνουν τα εισοδήματά τους, όταν φορολογούνται ανηλεώς. Ούτε όταν τους στερούν τα όνειρα και την προσδοκία για το μέλλον.

Η πολιτικές του παρελθόντος έχουν φέρει τη χώρα στα πρόθυρα δυσάρεστων, ενδεχομένως κι επικίνδυνων εξελίξεων. Κυοφορείται μια κατάσταση που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια που θα οδηγήσει, όμως οι ωδίνες του τοκετού είναι ήδη εμφανείς. Η εξαθλίωση έχει πια απλωθεί σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού και με δεδομένο το γεγονός πως η πλειοψηφία των πολιτών που καλείται ολοένα να επωμιστεί και νέα βάρη κι αδυνατεί πια να ανταποκριθεί ακόμα και στις στοιχειώδεις ανάγκες της, μοιάζει να έχει φτάσει στα όρια της αντοχής της και η αντίδραση θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη. Το εργαλείο των πολιτικών, ο διάλογος έχει παροπλιστεί, όχι μόνο μεταξύ αυτών και της κοινωνίας αλλά και της χώρας με τους δανειστές της και τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κυβερνώντες μοιάζουν στα μάτια του λαού σαν άβουλα όντα που άγονται και φέρονται χωρίς να είναι ικανοί και για την παραμικρή διαπραγμάτευση. Τούτη η διαπίστωση ίσως να μην αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα, όμως έτσι δείχνουν τα γεγονότα πως συμβαίνει. Το βέβαιο είναι πως διάλογος ανάμεσα στην κοινωνία και την κυβέρνηση για τα μεγάλα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους ανθρώπους δεν υπάρχει ούτε καν προσχηματικά! Υπάρχουν μονόλογοι, υπάρχουν συνθηματολογίες, υπάρχουν φωνές και οχλαγωγίες, διάλογος όμως δεν υπάρχει. Αυτό το υπέρτατο εργαλείο της δημοκρατίας έχει παραπέσει στα αζήτητα και σκουριάζει εξαιτίας μερικών ά-λογων ανθρώπων μόνο και μόνο επειδή αρέσκονται (ή έχουν συμφέροντα) να διατηρούν την κατάσταση έτσι όπως είναι για τους δικούς τους λόγους.

Στην κατάσταση την οποία έχει περιέλθει η χώρα με όλες τις επιπτώσεις της κρίσης, αυτό που ξεχωρίζει αν κάποιος παρατηρήσει προσεκτικά τους πολίτες, είναι η έλλειψη κοινωνικής ελπίδας. Η κοινωνία πια ως σύνολο αλλά και τα μέλη της ξεχωριστά έχουν απωλέσει τη σημαντικότερη ενδεχομένως ικανότητα που τους διασφαλίζει την πορεία στο μέλλον, τη φαντασία! Αυτή την μοναδική δυνατότητα του ανθρώπου, που τον ξεχωρίζει από τα άλλα όντα και  που τον καθιστά ικανό να ατενίσει το μέλλον με σιγουριά, είτε προγραμματίζοντας είτε προβλέποντας τα γεγονότα και τις εξελίξεις. Η φαντασία όμως απαιτεί διάλογο ο οποίος σε συνδυασμό με την κοινωνική ελπίδα για το αύριο, έδρασε, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, ως κύριο εργαλείο τόσο των πολιτών όσο και των πολιτικών το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τη διασφάλιση της προόδου και της πορείας της ζωής ανά τους αιώνες. Ο διάλογος και η φαντασία που πια έχουν αντικατασταθεί με την αμφιβολία για το αύριο, με το φόβο, την ανασφάλεια, την πενία. Δεν κομίζουμε γλαύκας εις Αθήνας, αλλά μήπως στο σημείο που έχουμε φτάσει κι αφού όλοι μας ανεξαιρέτως να αναλάβουμε, ο καθένας κατά το μερίδιο που του αντιστοιχεί, την ευθύνη για την κατάσταση, να αναρωτηθούμε πως ένα μέρος της λύσης των προβλημάτων ίσως βρεθεί αν ψάξουμε ενδελεχώς και βρούμε την αιτία που πια έχουμε πάψει να συνδιαλεγόμαστε; Αλλά και ποιον ωφελεί τελικά η, σχεδόν, παντελής έλλειψη διαλόγου για τα σοβαρά ζητήματα που απασχολούν το σύνολο της κοινωνίας;
 
.
Η εικόνα του άρθρου είναι από το flickr
του χρήστη Joël, Evelyñ, François
(http://www.flickr.com/photos/jef_safi/2768455634/)
Advertisements

Ο διάλογος που ΔΕΝ έγινε.

Στην ανάρτησή μου «Μέσα στο παραβάν» πριν τις προηγούμενες εκλογές ισχυρίστηκα πως εκείνες δε θα ήταν οι κρισιμότερες της χώρας, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν αντίθετη άποψη, αλλά πως οι κρισιμότερες θα είναι αυτές της ερχόμενης Κυριακής. Το σκεπτικό μου ήταν απλό προκειμένου να καταλήξω σε αυτή μου την πεποίθηση: Ο λαός ήθελε κάτι διαφορετικό, ήθελε να απαλλαγεί από αυτό που θεωρούσε καρκίνωμα κι έτσι θα έστρεφε το βλέμμα του αλλού, αλλά εκείνο που έλλειπε τότε ήταν ο σαφής και ξεκάθαρος προορισμός της ψήφου του. Ο ΣΥΡΙΖΑ τότε, δια του αρχηγού του, ζήτησε ψήφο για να κυβερνήσει, αλλά κακά τα ψέματα, όσο κι αν αυτό έκανε εντύπωση στον κόσμο, ήταν ακόμα κάτι νέο, κάτι φρέσκο στο οποίο με δυσκολία κάποιος θα έδινε την εμπιστοσύνη του. Τα νεοσχηματισθέντα κόμματα δεν είχαν ξεκαθαρίσει την πολιτική τους πορεία και η ευκρίνεια των θέσεών τους δεν ήταν ξεκάθαρη. Οπότε, θεωρούσα τότε πως το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι θολό, γι’ αυτό και δεν πίστευα πως θα σχηματιζόταν ισχυρή κυβέρνηση τότε, εξ’ ου και η πεποίθησή μου ότι οι εκλογές εκείνες δε θα ήταν οι σημαντικότερες για τη χώρα. Αντιθέτως βέβαια, οι Ελληνικές εκλογές του Μαϊού υπήρξαν από τις σημαντικότερες και κρισιμότερες για την Ευρώπη! Έστειλαν πολλά κι ενδιαφέροντα μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Μηνύματα όχι κομματικά, αλλά ξεκάθαρα πολιτικά, μηνύματα δηλαδή που προήλθαν από το λαό και όχι από κάποιο κέντρο εξουσίας.

Οι εκλογές όμως της 17ης Ιουνίου θα γίνουν σε ένα τοπίο πιο ξεκάθαρο και σίγουρα θα είναι σημαντικότατες για τη χώρα. Οι κομματικοί μηχανισμοί είχαν πια πολύ χρόνο στη διάθεσή τους για να αναπτύξουν τη συλλογιστική τους αλλά και οι πολίτες αντιλήφθηκαν και κατάλαβαν πολύ καλύτερα τις προθέσεις του κάθε κόμματος. Η ψήφος του καθενός μας πια θα είναι και περισσότερο συνειδητοποιημένη αλλά και πιο ξεκάθαρη απαλλαγμένη από αμφιβολίες.

Η προεκλογική περίοδος τελείωσε. Είδαμε πολλά πράγματα. Από πισωγυρίσματα και προσποιήσεις μέχρι καινοτόμες ιδέες κι ενδιαφέρουσες προτάσεις. Εκείνο που δεν είδαμε για ακόμα μια φορά είναι ο διάλογος. Παντελής έλλειψή διαλόγου στη χώρα που τον γέννησε! Αυτή η παραδοξότητα δεν είναι προς τιμή κανενός από τους πολιτικούς αρχηγούς και καταδεικνύει κατά τη γνώμη μου την αδυναμία συγκρότησης στιβαρής σκέψης αλλά και ορθού πολιτικού λόγου. Αναλώθηκε ο πολύτιμος πολιτικός προεκλογικός χρόνος σε φανφάρες, σε χαστούκια αλλά και άδειες κουβέντες που απευθύνονταν σε ένα απροσδιόριστο κοινό. Διάλογος πάντως δεν έγινε!

Κάτι παραπάνω από ένα χρόνο πριν είχα διατυπώσει τις απόψεις μου σχετικά με το διάλογο. Έγραψα τότε:

«Κατά τη γνώμη μου, όταν κάποιος εισέρθει στη διαδικασία του διαλόγου, πρέπει να έχει το εξής σκεπτικό: Παίρνω μέρος στη συζήτηση για να δώσω στον εαυτό μου μια ευκαιρία να μάθει κάτι που δεν ήξερε κι ενδεχομένως αν ο «αντίπαλός» μου έχει ισχυρά επιχειρήματα θα με πείσει. Διότι αν κάποιος πάρει μέρος στο διάλογο με σκεπτικό μόνο και μόνο να πείσει χωρίς να έχει αφήσει κανένα περιθώριο για να πειστεί, τότε ο διάλογος αυτός καθαυτός έχει χάσει το νόημα και την αξία του πριν καλά καλά ξεκινήσει. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι οι συζητήσεις που γίνονται για την πολιτική ή καλύτερα για την κομματική τοποθέτηση των πολιτών σ’ αυτή τη χώρα. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση κάποιος που υποστηρίζει το ένα κόμμα να δεχτεί την επιχειρηματολογία του αντίθετου πολιτικού σχηματισμού, ακόμα κι αν αυτή είναι σωστή. Αντί αυτού, θα επιχειρήσει να βρει μεμπτά στοιχεία και με ανούσιες αναφορές στο παρελθόν θα προσπαθήσει να μειώσει την αξία των λεγομένων του συνομιλητή του. Πράγμα ανούσιο που δε βοηθά κανένα, πολύ δε περισσότερο τη δημοκρατία. Κι όμως έχει καθιερωθεί και είναι πλέον αναμενόμενη ως εξέλιξη ενός τέτοιου διαλόγου, ατελέσφορου δυστυχώς τις περισσότερες φορές και σίγουρα ανάξιου και παθογενούς.»

Ούτε καν αυτό δεν έγινε! Δεν τόλμησαν να κάνουν διάλογο οι πολιτικοί αλλά δεν έκαναν διάλογο ούτε οι πολίτες! Οι μοναδικές συζητήσεις σχετικά με το θέμα των εκλογών έγιναν ως επί το πλείστον στα ιστολόγια, όπου αναπτύχθηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις με ισχυρή επιχειρηματολογία. Αλλά πέρα από εκεί, υπάρχει διάχυτη η εντύπωση πως η προεκλογική αυτή περίοδος κύλησε σχεδόν αδιάφορα με το εκλογικό σώμα να έχει στραμμένη την προσοχή του αλλού. Η μοναδική αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος ήταν η περίφημη «συζήτηση» στο στούντιο του ΑΝΤ1 με τη γνωστή σε όλους κατάληξη. Κι αυτό είναι άκρως ανησυχητικό φαινόμενο γιατί προδίδει ένα λαό κουρασμένο, απηυδισμένο, απογοητευμένο που αναζητά την εύκολη λύση. Κι εκεί εντοπίζεται τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα, το οποίο ενδεχομένως να οδηγήσει τη χώρα σε περιπέτειες! Γι’ αυτό λοιπόν, είναι κρίσιμο να αναλογιστεί ο καθένας από εμάς το ποσοστό της ευθύνης που του αναλογεί και να μην υποκύψει μπροστά σε παροχολογίες και ευχολόγια χαρίζοντας την ψήφο του χωρίς να βασανίσει το μυαλό του.

Κλείνοντας, θα ανακαλέσω ένα ακόμα κομμάτι εκείνης της ανάρτησης:

«Για μένα ο σωστός διάλογος συνοψίζεται ως εξής: Ακούω χωρίς να διακόπτω – Παραθέτω την άποψή μου χωρίς να ανέχομαι διακοπές – Είμαι σαφής και λιτός – Ρωτάω – Σκέφτομαι –Αποδέχομαι το αποτέλεσμα

Μπορεί να μην έγιναν όλα αυτά κατά την προεκλογική περίοδο. Υπάρχει όμως κάτι που μπορεί να γίνει ακόμα και τώρα: Να σκεφτούμε και να ζυγίσουμε καλά όλα όσα ακούσαμε. Ας μην ξεχνάμε πως την ώρα που θα φεύγει από το χέρι μας ο φάκελος με το ψηφοδέλτιο της επιλογής μας, είναι σαν να βάζουμε την υπογραφή μας στη χάρτα του μέλλοντος της πατρίδας και των παιδιών μας.

Καλή ψήφο.

Διάλογος.



Image: renjith krishnan / FreeDigitalPhotos.net

Με αφορμή τη συζήτηση που διεξήχθη στα ιστολόγια φίλων που παρακολουθώ περί του νέου νομοσχεδίου για την αναγκαστική δωρεά οργάνων, ήθελα να παραθέσω μερικές σκέψεις μου που αφορούν στο διάλογο.

Από το λεξικό θα δούμε ότι η λέξη προέρχεται από το ρήμα διαλέγω / -ομαι που θα πει συζητώ. Σημαίνει δηλαδή την ανταλλαγή πληροφοριών και ιδεών, τη συνομιλία, τη συζήτηση. Αν αφήσουμε έξω από αυτή την ανάρτηση το διάλογο που γίνεται τυπικά μεταξύ των ανθρώπων για λόγους ευγένειας, πχ. το καλημέρα, πως είσαι κλπ., και το διάλογο που γίνεται στα λογοτεχνικά έργα μεταξύ των πρωταγωνιστών, απομένει ο σοβαρός εκείνος διάλογος που γίνεται συνήθως για να επιλυθεί κάποιο πρόβλημα ή να ληφθούν αποφάσεις για κάποια μελλοντική ενδεχομένως ενέργεια.

Ο σωστός διάλογος έχει αρχή, μέση και τέλος. Για να υπάρξουν όμως όλα αυτά πρέπει να τεθεί σε σωστές βάσεις, με ανοιχτό μυαλό και να μην είναι απλώς ένας διάλογος μεταξύ κωφών. Διότι διάλογος κατά βάση σημαίνει περισσότερο ακούω και λιγότερο μιλάω. Κι όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ο διάλογος απαιτεί μονολόγους. Οι μονόλογοι όμως γίνονται για να μεταδοθεί η πληροφορία την οποία ο ακροατής ΠΡΕΠΕΙ να ακούσει και να κατανοήσει κι όχι απλώς να περιμένει τη σειρά του για να αντιτείνει τα δικά του επιχειρήματα χωρίς να λάβει υπόψη τη γνώμη των συνομιλητών του.

Ένα άλλο καίριο χαρακτηριστικό του διαλόγου είναι η υπομονή. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει διάλογος αλλά φωνές διάσπαρτες, ειδικά όταν ο ένας μιλάει πάνω στον άλλο. Και τούτο δεν ισχύει μόνο στον προφορικό διάλογο, αλλά και σε εκείνον που γίνεται και γραπτώς μέσω των σχολίων των ιστολογίων εν προκειμένω. Διότι, αν κάποιος θέσει ένα ζήτημα και πριν απαντηθεί περάσουμε σε άλλο και κατόπιν επανέρθουμε στο παλιό κι εντωμεταξύ εμφανιστεί κι ένα καινούριο, τότε μιλάμε για ατάκτως ειρημένες, αν μου επιτρέπεται ο όρος, απόψεις που δε βγάζουν νόημα ούτε καν για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή. Μια τέτοια παρεκτροπή προδίδει είτε ομιλητή χωρίς παιδεία είτε ομιλητή χωρίς παιδεία.

Κατά τη γνώμη μου, όταν κάποιος εισέρθει στη διαδικασία του διαλόγου, πρέπει να έχει το εξής σκεπτικό: Παίρνω μέρος στη συζήτηση για να δώσω στον εαυτό μου μια ευκαιρία να μάθει κάτι που δεν ήξερε κι ενδεχομένως αν ο «αντίπαλός» μου έχει ισχυρά επιχειρήματα θα με πείσει. Διότι αν κάποιος πάρει μέρος στο διάλογο με σκεπτικό μόνο και μόνο να πείσει χωρίς να έχει αφήσει κανένα περιθώριο για να πειστεί, τότε ο διάλογος αυτός καθαυτός έχει χάσει το νόημα και την αξία του πριν καλά καλά ξεκινήσει. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι οι συζητήσεις που γίνονται για την πολιτική ή καλύτερα για την κομματική τοποθέτηση των πολιτών σ’ αυτή τη χώρα. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση κάποιος που υποστηρίζει το ένα κόμμα να δεχτεί την επιχειρηματολογία του αντίθετου πολιτικού σχηματισμού, ακόμα κι αν αυτή είναι σωστή. Αντί αυτού, θα επιχειρήσει να βρει μεμπτά στοιχεία και με ανούσιες αναφορές στο παρελθόν θα προσπαθήσει να μειώσει την αξία των λεγομένων του συνομιλητή του. Πράγμα ανούσιο που δε βοηθά κανένα, πολύ δε περισσότερο τη δημοκρατία. Κι όμως έχει καθιερωθεί και είναι πλέον αναμενόμενη ως εξέλιξη ενός τέτοιου διαλόγου, ατελέσφορου δυστυχώς τις περισσότερες φορές και σίγουρα ανάξιου και παθογενούς.

Η ανάπτυξη του θέματος απαιτεί από τον ομιλούντα μια σχετική γνώση του προς συζήτηση θέματος. Παρατηρούμε όμως σε πολλές περιπτώσεις να γίνεται διάλογος ανάμεσα σε ανθρώπους που ουδεμία σχέση και γνώση έχουν με το αντικείμενο και αντί αυτού χρησιμοποιούν διάφορες σοφιστείες προκειμένου να επιβληθούν. Αντί δηλαδή να μάθουν κάτι νέο και να εμπλουτίσουν τη γνώση τους, προτιμούν να σταθούν απλώς απέναντι από τον ομιλούντα χάρη στη μεγάλη ηλιθιότητα που τους διακρίνει.
Ο διάλογος απαιτεί πάνω απ’ όλα ειλικρίνεια. Αν κάποιο από τα συνδιαλεγόμενα μέρη υποκρίνεται, τότε έχουμε να κάνουμε απλώς με παράλληλους μονολόγους που δεν οδηγούν πουθενά. Τέτοιου είδους συζητήσεις όχι μόνο δεν αποφέρουν κάποιο κέρδος αλλά μπορεί να είναι και ζημιογόνες. Το σίγουρο είναι πάντως ότι έχουμε να κάνουμε με χάσιμο χρόνου.

Ξεφεύγοντας από το γραπτό διάλογο που διεξάγεται στα ιστολόγια και μιλώντας για τον προφορικό, αν αποστασιοποιηθούμε από τη διαλογική ανάπτυξη των επιχειρημάτων που ξεδιπλώνουν οι ομιλητές θα παρατηρήσουμε και κάποια άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν εν δυνάμει δείκτες της ποιότητας τόσο του διαλόγου όσο και της πληροφορίας που συζητιέται. Ένας ομιλητής για παράδειγμα που είναι νευρικός προδίδει την έλλειψη γνώσης ή έστω σωστής θεμελίωσης των επιχειρημάτων του, σε αντίθεση με κάποιον που μιλάει ήρεμα και οποίος με αυτόν τον τρόπο δείχνει σιγουριά κι έτσι το μήνυμά του γίνεται πιο εύκολα αποδεκτό και παραδεκτό από το κοινό του. Η γλώσσα του σώματος επίσης παίζει σημαντικό ρόλο ιδιαιτέρως δε οι κινήσεις των χεριών αλλά και οι εκφράσεις του προσώπου. Ο αδύναμος ομιλητής συνήθως προδίδεται από το σώμα του που κάνοντας αδέξιες κινήσεις κι εκφράσεις προσπαθεί να κρύψει την έλλειψη επιχειρημάτων.

Για μένα ο σωστός διάλογος συνοψίζεται ως εξής: Ακούω χωρίς να διακόπτω – Παραθέτω την άποψή μου χωρίς να ανέχομαι διακοπές – Είμαι σαφής και λιτός – Ρωτάω – Σκέφτομαι –Αποδέχομαι το αποτέλεσμα.

Για να επανέρθω στο έναυσμα αυτής της ανάρτησης, παρά τη διαφορετικότητα με την οποία έχουν εκφραστεί οι άνθρωποι που παρακολουθώ στα ιστολόγιά τους, ο διάλογος τους έχει να επιδείξει ισχυρές προσωπικότητες και σοβαρά επιχειρήματα, πάνω απ’ όλα όμως δείχνει τη θέληση για συζήτηση, η οποία είναι πολύ σημαντική ακόμα κι αν τελικά δεν έχουμε καταλήξει κάπου με σαφήνεια.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τολμήσω μια προτροπή. Ας μπούμε για λίγο στη θέση του άλλου κι ας σκεφτούμε τα επιχειρήματα που επικαλείται, αλλά ειλικρινά και με ανοιχτό μυαλό.

 

Αρέσει σε %d bloggers: