Posts Tagged ‘ αξιοπρέπεια ’

Αξιοπρέπεια

 

greece-654235_1280

Η Ελλάδα, εν μέσω θέρους, βιώνει μια δύσκολη κατάσταση, μια κατάσταση που εμείς, οι νεότερες γενιές δεν έχουμε ξαναζήσει. Χρόνια και χρόνια λανθασμένων πολιτικών αποφάσεων οδήγησαν την οικονομία σε ασφυξία. Χρόνια και χρόνια δικών μας λανθασμένων επιλογών την ώρα της κάλπης, χρόνια και χρόνια δικής μας ανοχής στα κακώς κείμενα της πολιτικής και των πολιτικών (σ.σ. προσώπων), χρόνια και χρόνια ωχαδερφισμού, χρόνια και χρόνια αδιαφορίας έφτασαν στο σήμερα και στις ουρές έξω από τα ΑΤΜ.

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης είδα ανθρώπους σκυθρωπούς αλλά και χαμογελαστούς, όπως έβλεπα κάθε μέρα μέχρι σήμερα. Είδα ανθρώπους να κάθονται στο παγκάκι παρέα με τη μοναξιά τους κι άλλους με τους φίλους τους να συζητάνε, όπως έβλεπα κάθε μέρα. Είδα τις μανάδες να έχουν τα μωρά τους στην αγκαλιά, όπως κάθε μέρα και τους πατεράδες να κρατούν από το χέρι τα παιδιά και να ταΐζουν με σπόρια τα περιστέρια της πλατείας, όπως τους έβλεπα κάθε μέρα. Είδα άλλους να μαλώνουν για μια θέση παρκαρίσματος, όπως έβλεπα κάθε μέρα και τον λαχειοπώλη να τάζει κέρδη αμύθητα, όπως τον έβλεπα κάθε μέρα. Κι όμως κάτι έχει αλλάξει στους δρόμους της πόλης. Έχει αλλάξει η ματιά των ανθρώπων, ο τρόπος που αντικρίζουν το μέλλον που μοιάζει πια πολύ πιο κοντινό και δύσκολο απ’ ό,τι χθες.

Διάβασα στο βλέμμα ενός γέροντα τις κακουχίες που είχε περάσει στη ζωή του κι είδα τα σημάδια του χρόνου χαραγμένα στις βαθιές ρυτίδες τού προσώπου του. Κοιτούσε ακίνητος, καθισμένος στο παγκάκι, σχεδόν στωικά, την αγωνιά που συνόδευε τα γρήγορα βήματα των περαστικών και τον πλησίασα.

– Καλημέρα γέροντα, του είπα.

– Καλημέρα γιέ μου, αποκρίθηκε.

– Πώς είσαι;

– Ζωντανός είμαι ακόμα αφού ανασαίνω, απάντησε.

– Να κάτσω δίπλα σου; τον ρώτησα.

– Κάτσε λεβέντη μου να χαζεύουμε μαζί το χρόνο που περνά μπροστά από τα μάτια μας και χάνεται χωρίς να το καταλαβαίνουμε, είπε.

– Χάνεται ο χρόνος; ρώτησα κι έκατσα δίπλα του.

– Χάνεται όταν δεν κατανοείς την αξία του. Να, κοίτα όλους ετούτους εδώ πως τρέχουν. Τώρα που τους έκλεισαν και τις τράπεζες τρέχουν ακόμα περισσότερο, λες και η ζωή περνάει μέσα από τα μηχανήματα που δίνουν λεφτά. Αλλά δεν είναι έτσι λεβέντη μου, δεν είναι καθόλου έτσι. Η ζωή είναι άλλο πράμα, είναι μεγαλύτερο, απλώς δεν το βλέπεις όταν είναι μπροστά σου, το βλέπεις όταν πια κινδυνεύεις να το χάσεις.

– Δηλαδή γέροντα;

– Κοίτα τις ουρές και πες μου τι βλέπεις, με ρώτησε και με το τρεμάμενο χέρι μου έδειξε την τράπεζα απέναντι από την πλατεία.

– Ανθρώπους να περιμένουν να πάρουν τα χρήματά τους, του αποκρίθηκα. Εσύ βλέπεις κάτι άλλο;

– Δε βλέπεις σωστά γιατί είσαι νέος, μου είπε. Εκεί δεν είναι άνθρωποι που περιμένουν να πάρουν λεφτά, είναι άνθρωποι που προσπαθούν να νιώσουν πως θα εξασφαλίσουν μερικές μέρες νιώθοντας ασφαλείς επειδή έχουν δυο δεκάρες στην τσέπη. Μερικές μόνο μέρες. Και δεν κοιτάνε λίγο μακρύτερα, είναι άνθρωποι με χαλασμένα μάτια, δεν ξέρω και πως διάολο το λένε…, μυωπία;… που δεν μπορούν να δουν δυο δρασκελιές μακρύτερα από εκεί που στέκονται.

– Φοβούνται, ίσως αναζητούν…

– Τίποτα δεν αναζητούν, είπε χωρίς να με αφήσει να ολοκληρώσω τη σκέψη μου. Αυτοί που αναζητούν έχουν πεθάνει προ πολλού. Ετούτοι μονάχα το τομάρι τους κοιτάνε.

– Μα, να μην έχουν στην τσέπη δυο δραχμές; τον ρώτησα.

– Το κακό λεβέντη μου είναι πως οι τσέπες τους είναι γεμάτες και θέλουν να τις γεμίσουν ακόμα περισσότερο, ακόμα και τώρα. Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν πραγματική ανάγκη και περιμένουν στην ουρά. Οι άλλοι απλώς θέλουν τα λεφτά να τα βάλουν κάτω από το στρώμα τους για να κοιμούνται πιο ήσυχοι. Εμένα που με βλέπεις, έχω τις τσέπες μου άδειες. Ήρθα να πάρω τα φάρμακά μου, αλλά τα ταμεία είναι κλειστά κι έτσι έμεινα ρέστος. Ο φαρμακοποιός μου όμως είναι παλληκάρι, Μπαρμπα Τάκη, μου είπε, πάρε τα φάρμακα κι όποτε έχεις μου τα δίνεις τα λεφτά. Ξέρεις πως λέγεται αυτό;

– Αλληλεγγύη; Απάντησα.

– Πες το κι έτσι. Περισσότερο όμως λέγεται φιλότιμο κι αξιοπρέπεια. Δεν άφησε έναν γέρο να πεθάνει επειδή δε θα είχε να πάρει τα χάπια του. Πρέπει να φύγω όμως. Εσύ κάτσε εδώ και κοίτα το χρόνο στα μάτια των ανθρώπων που περνάνε, εκεί θα δεις γραμμένο και το μέλλον των παιδιών σου. Αλήθεια έχεις παιδιά;

– Δυο.

– Να τα χαίρεσαι. Φεύγω λοιπόν, μου είπε και σηκώθηκε με δυσκολία.

 

Σκεβρωμένος από τα χρόνια που είχαν γράψει όλες τις στιγμές τους πάνω στο κορμί του, δεν μπορούσε να σταθεί καλά όρθιος, περπατούσε σκυφτός, σχεδόν καμπουριασμένος. Έμεινα έκπληκτος με τις σκέψεις και το λόγο του και τον κοιτούσα να απομακρύνεται. Μερικά βήματα πιο πέρα όμως σταμάτησε κι όρθωσε το κορμί του λες κι ήταν ο σημαιοφόρος στην παρέλαση. Κατάλαβα πως έκανε πολύ μεγάλη προσπάθεια για να σταθεί και να περπατήσει έτσι. Κατάλαβα πως από εκεί που ήταν μου έστελνε ένα μήνυμα, σαν να μου έλεγε Κοίτα με, περπατάω με το κεφάλι μου ψηλά, έτσι είμαι μαθημένος!

Χαμογέλασα και σηκώθηκα κι εγώ. Τράβηξα προς την άλλη κατεύθυνση και χαθήκαμε. Η εικόνα του όμως παραμένει μπροστά στα μάτια μου. Όρθιος κι αξιοπρεπής, όχι σκυφτός και καμπούρης…

Η αξία της ζωής.

Image: Carlos Porto / FreeDigitalPhotos.net

Πρόσφατα δέχτηκα την επίσκεψη ενός συγγενικού μου ζευγαριού το οποίο προσπαθούσε να αποκτήσει παιδιά εδώ και οχτώ χρόνια ανεπιτυχώς. Η, ας την ονομάσουμε Ελπίδα, είναι τώρα έγκυος σε δυο κοριτσάκια και κοντεύει να μπει στον έβδομο μήνα.

Με τη βοήθεια λοιπόν της επιστήμης και των γιατρών, η Ελπίδα θα μπορέσει σε μερικούς μήνες να αγκαλιάσει τα παιδιά της και να αισθανθεί ολοκληρωμένη ως γυναίκα και μαζί με τον άντρα της να βιώσουν και την ολοκλήρωση ως οικογένεια.

Πολλά έχουν γραφτεί τόσο για την ανάγκη του ανθρώπου αλλά και κάθε έμβιου οργανισμού να τεκνοποιήσει όσο για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Δε θα σταθώ καθόλου στα δυο αυτά σημεία και δε θα μπω ούτε στη λογική των αντικρουόμενων απόψεων. Εκεί που θα ήθελα να σταθώ είναι το γεγονός ότι μέσα από την σφοδρή αυτή επιθυμία, η οποία υποσυνείδητα υποκρύπτει το φόβο ότι ο θάνατος χωρίς απογόνους είναι κατά κάποιο τρόπο διπλός – άρα και η ζωή είναι μάταιη, αντικατοπτρίζεται η αξία της ζωής. Διότι, η ζωή είναι πολύτιμη μόνο επειδή υπάρχει ο θάνατος. Αυτός είναι αυτός που προσδίδει στη ζωή την αξία της και χωρίς αυτόν δε θα είχε την ουσία που της έχουμε δώσει. Για κάποιον παράξενο λόγο, ότι είναι ανεκτίμητο πρέπει να μην υπάρχει σε αφθονία και το ανάποδο. Λες κι ο αέρας που αναπνέουμε, που υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες είναι ασήμαντος. Λες και μια πέτρα από τον κήπο είναι ασήμαντη, εκεί δίπλα στις άλλες, ενώ μια πέτρα από το φεγγάρι είναι πολύτιμη. Έτσι είναι και η ζωή, όταν σκεφτόμαστε το θάνατο είναι πολύτιμη, άμα όμως τον ξεχάσεις τότε ευτελίζεται και μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Θαρρείς κι είναι σημαντικότερο να προλάβεις να πληρώσεις το λογαριασμό από το να καθίσεις να συζητήσεις, να κρατάς μούτρα από το να συγχωρέσεις, να κρίνεις τους άλλους από το να κρίνεις τον εαυτό σου πρώτα. Ο άνθρωπος έχει έμφυτη την ανησυχία της απώλειάς του ακόμα κι αν κάποιες στιγμές την παραμερίζει από τις σκέψεις του. Κι ο μοναδικός τρόπος για να ξεγελάσει το θάνατο, να τον νικήσει στην κυριολεξία είναι να προσθέσει στο παζλ της ζωής ένα νέο άνθρωπο που φέρει το γονιδίωμά του.

Κι όταν αποκτήσει απογόνους τους συμπεριφέρεται ως το πιο πολύτιμο αγαθό. Και καλά κάνει. Είναι όμως αυτή η συμπεριφορά πολύ εγωιστική και σίγουρα υποκριτική κατά τη γνώμη μου και συμπεριλαμβάνει βεβαίως κι εμένα τον ίδιο πρώτα απ’ όλους τους άλλους. Τα παιδιά είναι σαν τα τιμαλφή που πρέπει να τα φυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού αλλά όλες οι άλλες ανθρώπινες υπάρξεις δεν έχουν σημασία. Να μη χτυπήσει το παιδί μας, αλλά να περάσουμε με κόκκινο το φανάρι και να χτυπήσουμε κάποιον άλλο. Να μη μας φωνάξει κάποιος το παιδί αλλά εμείς να βρίσουμε τον άλλο. Να φροντίσουμε για το καλύτερο για το παιδί, αλλά δε μας πειράζει να θίξουμε τα συμφέροντα του άλλου. Να πάρουμε αγκαλιά το παιδί αλλά να χειροδικήσουμε στον άλλο. Αυτός ο «άλλος» δεν είναι παιδί. Δεν έχει αξία. Ίσως και να μην τον εκλαμβάνουμε ως άνθρωπο καν. Μπορεί και να μην υπολογίζουμε την αξία της ζωής του γιατί απλώς είμαστε υποκριτές ή και αδιάφοροι ως προς αυτή την ίδια αξία της ζωής, αφού μας είναι άγνωστος και δε μας αφορά. Γιατί, την πέτρα από το φεγγάρι άμα την ακουμπήσεις δίπλα σε μερικές άλλες πέτρες, τότε ο περαστικός απλά θα την κλωτσήσει και θα την πετάξει παραπέρα. Γιατί ακόμα και την αξία της ζωής δεν έχουμε το θάρρος να την προσδιορίσουμε με αντικειμενικό τρόπο, αλλά με υποκειμενικό. Αναρωτιέμαι, πως, αφού ο άνθρωπος έχει ορίσει με τόσο θαυμαστό τρόπο όλα τα μέτρα και τα σταθμά, δεν έχει καταφέρει να ορίσει την αξία για το πολυτιμότερο απ’ όλα, για την ίδια του τη ζωή;

Τελευταία στιγμή.

Μια καινούρια μικρή ιστορία που με παίδεψε αρκετά. Ξεκίνησε χωρίς αφορμή ένα βράδυ και συνεχίστηκε για αρκετές ημέρες. Έγραψα κι έσβησα αρκετές φορές. Με προβλημάτισε, όσο έγραφα τόσο μεγάλωναν οι προβληματισμοί μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να τελειώσει. Ήθελα να συνεχιστεί κι άλλο η ιστορία. Και συνεχίστηκε… Είναι όμως πολύ μεγάλη για τα δεδομένα μιας ανάρτησης ενός ιστολογίου.  Γι’ αυτό την περιόρισα όσο μπορούσα… Δεκαπέντε δακτυλογραφημένες σελίδες, 6.500 λέξεις.  Όποιος έχει το κουράγιο ας το διαβάσει… Σας ευχαριστώ για τον κόπο σας…

 

Ξεκινάει κάπως έτσι…

Ο Νίκος περίμενε ανυπόμονα το τρένο εδώ και μισή ώρα. Η καθυστέρηση άρχισε να τον κάνει νευρικό, πήγαινε από τη μια άκρη της πλατφόρμας στην άλλη, ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Η φωτεινή ένδειξη έλεγε ότι από στιγμή σε στιγμή η αμαξοστοιχία θα έφτανε. Κοιτούσε μακριά στον ορίζοντα προσπαθώντας να διακρίνει κάτι, αλλά η κακή του όραση δεν τον βοηθούσε. Μπροστά του τέσσερα ζευγάρια γραμμές, μεταλλικοί δρόμοι πάνω στους οποίους μεταφερόταν άνθρωποι και ιδέες, περίμεναν καρτερικά τα τρένα κι απέναντι μια δεντροστοιχία που έκρυβε τη θέα στον κάμπο. Το παλιό πέτρινο κτίριο του σταθμού, πρόσφατα ανακαινισμένο, κουβάλαγε αναμνήσεις από το παρελθόν. Ο τεράστιος πίνακας ανακοινώσεων έστεκε καταμεσής στον τοίχο κι από δίπλα δυο φωτογραφίες παλιών ατμοκίνητων τρένων. Τέσσερα πέντε φρεσκοβαμμένα παγκάκια περίμεναν καρτερικά να ξεκουράσουν τους επισκέπτες. Τα μοναδικά που είχαν μείνει ίδια ήταν μερικές απλίκες, που σε πείσμα του χρόνου και της φθοράς, παρέμεναν αναλλοίωτες και φώτιζαν με το κίτρινο ξεθωριασμένο τους φως την πλατφόρμα.

 

Η συνέχεια εδώ.

 

(Το πρωτότυπο το κρατώ στην άκρη, είναι μεγαλύτερο από το διπλάσιο. Θέλει κάποιες βελτιώσεις, αλλά μόλις ολοκληρωθεί θα είναι διαθέσιμο.)

Αρέσει σε %d bloggers: