Προσδοκίες.

Κάθε Παρασκευή σκέφτομαι ότι το Σαββατοκύριακο θα κάτσω στο σπίτι με την οικογένεια και θα ξεκουραστώ. Είναι μια προσδοκία που πηγάζει ίσως από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, οι οποίες δεν αφήνουν χρόνο για ενασχόληση με τον εαυτό μας ή μ’ αυτά που αγαπάμε πραγματικά.

Πάντα όμως συμβαίνει κάτι και το Σαββατοκύριακο όχι μόνο δεν ξεκουράζομαι αλλά αντίθετα λέω πότε να περάσει. Και συμβαίνει διαρκώς. Δε θυμάμαι, εδώ και πολλά χρόνια, σε κάποιο από αυτά τα μικρά διαλλείματα να έχω διαθέσει την ενέργειά μου και το χρόνο μου κατά πως θα ήθελα. Αλλά φταίω κι εγώ. Έχω κάνει τη ζωή μου πολύπλοκη, γεμάτη πρέπει, γεμάτη υποχρεώσεις, γεμάτη σχέδια κι άδεια από εμένα τον ίδιο.

Το πήρα απόφαση. Τούτο το Σαββατοκύριακο θα το διαθέσω αποκλειστικά και μόνο την οικογένειά μου κι εμένα τον ίδιο. Θα ξεχάσω τα πάντα. Θα κλείσω τα τηλέφωνα, τα μάτια και τα αυτιά μου. Δεν είμαι εδώ για κανένα, που λέει και το άσμα.

Καλή ξεκούραση, τα λέμε από Δευτέρα…

Advertisements

Χούγια

Πρώτα πεθαίνει ο άνθρωπος και μετά το ‘χούι’. Έτσι λένε στο χωριό μου. Κι αν αναρωτιέται κανείς τι είναι το χούι, το μεταφράζω στη νέα ελληνική: η συνήθεια, συνήθως η άσχημη συνήθεια.

Ελεύθερο χρόνο δεν έχω, το πρωί στη δουλειά, το απόγευμα με τα πιτσιρίκια, τις δουλειές του σπιτιού και τις υποχρεώσεις δε μένει τίποτα. Άντε καμιά ώρα το βράδυ, όταν κλείνουν τα μάτια οι μικροί κι ονειρεύονται τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Αυτές οι ώρες, όταν υπάρχουν, είναι πολύτιμες. Πότε θα διαβάσω κανά βιβλίο, πότε θα χαζέψω στην τηλεόραση, πότε θα κάτσω στο μπαλκόνι να χαζέψω τη θέα.

Τώρα τελευταία με έχει πιάσει η μανία με την κατασκευή προγραμμάτων. Πάντα έφτιαχνα προγράμματα στον υπολογιστή, μερικές φορές για δικιά μου χρήση και διευκόλυνση κι άλλες πάλι τα πουλούσα κι έβγαζα μεροκάματο. Ερασιτεχνικά πάντα καθόσον είμαι κι αυτοδίδακτος. Τα τελευταία χρόνια το είχα παρατήσει το αντικείμενο αυτό, μιας και οι εξελίξεις στην τεχνολογία έγιναν πολύ γρήγορες για τα αντανακλαστικά μου. Έμεινα πίσω, άρχισα να νοιώθω σαν αναλφάβητος. Και να που για κακή μου τύχη, άλλαξα κινητό τηλέφωνο και πήρα ένα που έχει λειτουργικό Android. Τι ήταν να το πιάσω στα χέρια μου; Το σαράκι άρχισε να πιάνει δουλειά, δε μ’ άφηνε σε ησυχία μέχρι που καταπιάστηκα πάλι. Άρχισα να προγραμματίζω για το κινητό. Έσπασα το κεφάλι μου να βρώ τι πρόγραμμα θα φτιάξω. Κατέληξα σε ένα πρόγραμμα που θα κάνει προβλέψεις για το ΚΙΝΟ. Ναι, ναι, αυτό το παιχνίδι του ΟΠΑΠ. Δεν είμαι παίχτης ούτε τζογαδόρος, αλλά αυτό το ρημάδι το ΚΙΝΟ με έχει βάλει κι έχω ξαναδιαβάσει όλα τα συγγράμματα του Πανεπιστημίου για τις πιθανότητες. Κάτι σα χόμπι. Έχω καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα τα οποία τα έχω εισάγει μέσα στο πρόγραμμα και αυτό κάνει τώρα πια προβλέψεις. Παρατηρώ ότι μερικές φορές έχει επιτυχία ή βρίσκεται κοντά σ’ αυτή. Όπως προείπα όμως, δεν είμαι τζογαδόρος, δεν παίζω. Μήπως όμως να αλλάξω τακτική; Είστε μέσα;

ΥΓ. Καμιά ιδέα για κάτι χρήσιμο να φτιάξω για το κινητό;

Ομίχλη.

Μέσα στην ομίχλη. (Δική μου φώτο)

 

– Ξύπνα κι έλα να δεις, άκουσα πρωί πρωί τη φωνή της γυναίκας μου. Έλα και ρίξε μια ματιά έξω. Έχει ομίχλη.

Σηκώθηκα κι από το παράθυρο δε φαινόταν τίποτα. Πυκνή ομίχλη. Η γυναίκα μου χάζευε σχεδόν εκστασιασμένη την πλατεία απέναντι. Διακρινόταν αδρά τα αναμμένα φώτα στους στύλους. Θολά κι αυτά. Χρωμάτιζαν κίτρινη την ομίχλη.

Μου ήρθε στο μυαλό το παρελθόν, τότε που ταξίδευα τα χαράματα, σχεδόν πάντα μέσα στην ομίχλη πάνω στα βουνά σε υψόμετρο που ξεπερνούσε τα 1300 μέτρα για να φτάσω στη δουλειά μου.

Πήρα το βλέμμα μου απ’ το παράθυρο και σχεδόν απρόθυμα πήγα στην κουζίνα. Ακολούθησα πιστά, όπως κάθε πρωί, την ιεροτελεστία παρασκευής του καφέ. Μόλις η πικρίλα του σκέτου εσπρέσσο κύλησε στον οισοφάγο μου, εξαφανίστηκε από το μυαλό μου η ανάμνηση εκείνων των επικινδύνων ταξιδιών. Λίγο αργότερα έσκιζα την ομίχλη καθ’ οδόν για το γραφείο.

Βροχή…

Σήμερα η δουλειά στο γραφείο ήταν πεσμένη. Έχω το (κακό) συνήθειο να μην αφήνω εκκρεμότητες κι έτσι σήμερα τακτοποίησα πρωί πρωί τις νέες υποθέσεις – οι οποίες ευτυχώς ήταν εύκολες – κι έχω λίγο χρόνο διαθέσιμο.

Χάζευα τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα από το βράδυ. Λίγο πιο πέρα βρίσκεται μια πολυκατοικία στην οποία κατοικοεδρεύει μια αρκετά εμφανίσιμη οδοντίατρος. Σχεδόν ποτέ δεν την είχα δει στο μικρό μπαλκόνι που κοιτάζει προς το μέρος μου. Σήμερα όμως είχε βγει έξω και χάζευε κι αυτή τις καθαρτήριες σταγόνες που χτυπούσαν ανελέητα τη σκεπή από τσίγκο της αποθήκης που χωρίζει τα δυο κτήρια.

Μια λεπτοκαμωμένη φιγούρα, σχεδόν εύθραυστη. Μελαχρινή με άσπρο δέρμα. Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω περισσότερα χαρακτηριστικά. Αυτή κοίταζε τη βροχή κι εγώ εκείνη μέσα από τη βροχή. Σχεδόν παρακαλούσα να με πονέσει κάποιο δόντι για να δικαιολογήσω μιαν επίσκεψη στο ιατρείο της!!! Αυτή η λεπτεπίλεπτη φιγούρα είχε μαγνητίσει το βλέμμα μου για κάμποση ώρα. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο.

Μάζεψα τις σημειώσεις μου, τα χαρτιά και τα μυαλά μου κι έφυγα για τη σύσκεψη. Κάθε φορά που μετέχω σε συσκέψεις παρατηρώ τη σοβαρότητα – ή μήπως τη σοβαροφάνεια; – των συμμετεχόντων. Υπάρχουν λύσεις απλές για τις περισσότερες υποθέσεις κι όμως μαζευόμαστε πέντε –  δέκα ή και περισσότεροι άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι για να πει ο καθένας τη βλακεία του και τελικά να μη δίνεται λύση σε τίποτα. Όμως οι συσκέψεις είναι η πεμπτουσία της ζωής για κάποιους ανθρώπους. Ζουν, θαρρείς, για να συμμετέχουν σε meeting. Λες κι αλλάζει ο ψυχισμός τους, λες και γίνονται άλλοι άνθρωποι, σπουδαίοι που ο λόγος τους μετράει. Κι αν κάποιος τολμήσει να προτείνει κάποια εφικτή λύση αμέσως φέρνουν αντιρρήσεις και εμπόδια με μοναδικό σκοπό, νομίζω, την επανάληψη τη σύσκεψης. Δεν υπάρχει ο κατάλληλος όρος για να τους χαρακτηρίσει κανείς. Ίσως ‘Επαγγελματίες συσκέψεων’;

Αν μπορούσα δε θα ξανασυμμετείχα σε καμιά τέτοια μάζωξη. Τις σιχάθηκε η ψυχή μου.

Έξω συνεχίζει να βρέχει. Επέστρεψα στο γραφείο μου. Η οδοντίατρος έχει ασθενή.

Σκέψεις.

Την τελευταία φορά που ανάρτησα ένα ποστ ήμουν μερικά χρόνια μικρότερος. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά. Θεωρώ πως είμαι σήμερα ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος απ’ ότι τότε. Βέβαια, κάθε φορά που κοίταζα πίσω στο παρελθόν τον εαυτό μου, έβλεπα έναν άλλον άνθρωπο. Ό,τι θεωρούσα κάποτε σωστό, με το πέρασμα του χρόνου το έβλεπα λανθασμένο ή και το ανάποδο. Ό,τι θεωρούσα κάποτε ανάγκη, με το πέρασμα του χρόνου το θεωρούσα είτε πολυτέλεια είτε απλά χάσιμο χρόνου.

Ο άνθρωπος εξελίσσεται. Οι υποχρεώσεις του, οι ανάγκες του και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι αυτή που καθορίζει την πορεία του και τις αλλαγές της προσωπικότητάς του. Αυτό δεν είναι ούτε παράξενο ούτε περίεργο. Το περίεργο, στη δική μου τουλάχιστον περίπτωση, είναι ότι ποτέ δε συνειδητοποίησα το πέρασμα από το ένα στάδιο στο επόμενο. Ούτε τις αιτίες που έγινε αυτό. Δεν υπήρξε ποτέ μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πριν και το μετά. Απλώς συνέβη, χωρίς να το ελέγχω (;).

Πολλές φορές, αναπολώντας τα περασμένα, ζηλεύω την εποχή που στο μυαλό μου υπήρχαν απλά, αθώα πράγματα, που όμως τότε φάνταζαν βουνά ανυπέρβλητα. Και πάντα αυτές τις στιγμές κάνω, σχεδόν ακαριαία, την εξής σκέψη: Μετά από μερικά χρόνια, όλα τα σημερινά μου βάσανα θα μοιάζουν μικρά κι ασήμαντα; Όλα τα πρέπει του σήμερα θα γίνουν αιτία για να γελάω αύριο; Κι αν είναι έτσι γιατί να μη γελάω από σήμερα; Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τις σκέψεις μας ανάλογα με τη φάση της ζωής μας; Σίγουρα οι ανάγκες, οι στόχοι και οι περιστάσεις, καμιά φορά και η τύχη ειδικά αν συμβεί κάτι κακό, αλλά όλα αυτά είναι στο χέρι μας να τα χαλιναγωγήσουμε. Κι όμως δεν το κάνουμε; Γιατί; Είναι τόσο ισχυρό το αίσθημα του συμφέροντος και η πονηριά που έχουμε μέσα μας που μας ωθεί στο να αφήνουμε τα πράγματα να μας κυριεύουν; Είναι τόσο ισχυρή η φαντασία μας; Η ανάγκη μας να ξεχωρίσουμε ενδεχομένως; Ή ακόμα και η επιμονή μας να φτάσουμε το στόχο μας, όσο υψηλός κι αν είναι αυτός; Μήπως εξελισσόμαστε επειδή εξελίσσεται ο εγκέφαλός μας, ως όργανο και είναι ικανός να επεξεργαστεί μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών; Μήπως είναι θέμα παιδείας; Μήπως όλα αυτά μαζί; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί όλοι μας, ή σχεδόν όλοι για να μην είμαι απόλυτος, νοσταλγούμε την ηλικία που ήμασταν παιδιά; Και γιατί, όταν κοιτάζω τα παιδιά μου, εύχομαι να μείνουν πάντα παιδιά και ζηλεύω την αθωότητά τους;

Φως…

Έβλεπα πρωί πρωί πριν φύγω για τη δουλειά τη διάσωση των μεταλλωρύχων στη Χιλή. Μου είναι αδιανόητο να καταλάβω τα συναισθήματα αυτών των ανθρώπων, που ως άλλοι Λάζαροι, σχεδόν πεθαμένοι για περισσότερο από δύο μήνες, αναδύονται στην επιφάνεια, αντικρίζουν τα οικεία τους πρόσωπα και ανασαίνουν φρέσκο αέρα, γεμίζουν τα ρουθούνια τους ζωή.

Αυτή η διαδρομή των εξακοσίων μέτρων από τα έγκατα της γης μέχρι την επιφάνεια, μοιάζει με τη γέννηση του ανθρώπου. Θαρρώ ότι γι’ αυτούς  έγινε ένα θαύμα, όμοιο με τα θαύματα που διδάσκουν οι θρησκείες, μόνο που αυτό εδώ το έκανε ανθρώπου χέρι. Απ’ την άλλη μεριά η ανθρώπινη απληστία για πλούτο και δύναμη ήταν αυτή που τους έστειλε εκεί κάτω, μακριά από το φως και τον ήλιο.

Δεν ξέρω αν θα χρειαστούν ψυχολογική υποστήριξη, αυτό που σίγουρα θα χρειαστούν είναι η αγκαλιά των ανθρώπων τους και η ασφάλεια της καθημερινότητας, της ρουτίνας, προκειμένου να ξεχάσουν, αν αυτό είναι δυνατό, την οδυνηρή περιπέτειά τους.

Ανάγκες…

Πέρασε πολύς καιρός από τότε που έγραφα και δημοσίευα τις σκέψεις μου.

Ξεκίνησα με το μπλογκ ‘altrerview’, πέρασα στο ‘lamiotis’ και συνέχισα με το ‘theoros’. Το πρώτο φιλοξενήθηκε σε ελληνικό σέρβερ ο οποίος έκλεισε και μετακόμισα στο δεύτερο. Δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόλογο, έγραφα απλά χωρίς να σκέφτομαι, ότι μου ερχόταν στο κεφάλι. Ήταν η εποχή που όλοι γίναμε μπλόγκερς και γράφαμε ουσιαστικά μόνο για να γράφουμε.  Όχι όλοι, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία νομίζω πως ναι. Άρχισαν να μπαίνουν διαφημίσεις στα μπλογκ, και όλοι τρέχαν στην αναζήτηση της επισκεψιμότητας. Δεν μου άρεσε. Σταμάτησα.

Άφησα την παρέα των ‘γνωστών’ και ξεκίνησα το τρίτο. Πιο ποιοτικό με καλύτερα κείμενα, γενικώς πιο προσεγμένο. Κάποιοι το βρήκαν ενοχλητικό γιατί εξέφραζα τις απόψεις μου ανοιχτά. Κυρίως απόψεις για την πολιτική. Δέχτηκα κάποιες ενοχλήσεις. Στην αρχή δεν το πήρα στα σοβαρά, αλλά το πράγμα σοβάρεψε από μόνο του. Κάποιοι μπλογκερς δέχτηκαν μέχρι και αγωγές εκείνη την εποχή. Επειδή ούτε διάθεση να ασχοληθώ με τέτοιες γελοίες καταστάσεις είχα, αλλά ούτε και χρόνο και χρήμα, αποσύρθηκα. Το διέγραψα και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ασχοληθεί ξανά με τέτοιου είδους  ενασχολήσεις.

Τα χρόνια όμως πέρασαν και ποτέ δεν έπαψα να σκέφτομαι την επιστροφή μου στον ανοιχτό χώρο του διαδικτύου. Σαν το σαράκι δε με άφηνε να ησυχάσω. Αποφάσισα να επιστρέψω. Χαλαρά αυτή τη φορά. Ήρεμα. Όπως βγαίνει από μέσα μου. Μόνο για τα βγάζω όλα από μέσα μου. Σαν μια ανοιχτή εξομολόγηση. Σα μιαν ανάσα καθαρού αέρα…

Αρέσει σε %d bloggers: