Archive for the ‘ Αρθρογραφία ’ Category

Προεκλογικές σκέψεις

ballot

 Η χώρα, για ακόμα μια φορά, βρίσκεται μπροστά στις ‘πιο κρίσιμες’ εκλογές στην ιστορία της! Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν –κυρίως- τα πολιτικά κόμματα που κατά το παρελθόν έχουν κυβερνήσει τον τόπο. Πολύ εύκολα μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του ο μέσος πολίτης τη συνθηματολογία των εκλογών του 2007, του 2009 αλλά και των δύο αναμετρήσεων του 2012 πως η χώρα έπρεπε να βγει από το αδιέξοδο πάση θυσία και πως οι επερχόμενες τότε εκλογές ήταν επίσης οι πιο κρίσιμες. Κι όμως σήμερα, μια βδομάδα πριν το άνοιγμα της κάλπης, και πάλι, σύμφωνα με το σκεπτικό των κομμάτων, βρισκόμαστε μπροστά στην πιο κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση για το μέλλον της χώρας. Εύλογα λοιπόν αναρωτιέται κανείς γιατί οι μέχρι χθες κυβερνώντες δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα προβλήματα ώστε οι εκλογές αυτές να μην είναι οι πιο κρίσιμες στην ιστορία της.

Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, αλλά στο μυαλό του απλού ανθρώπου έρχεται το αυτονόητο: Διότι προφανώς οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών στη χώρα δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους! Αυτή η υπεραπλουστευμένη απάντηση βεβαίως δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην πραγματικότητα. Οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη αποτελούν ένα μωσαϊκό που είναι εξαιρετικά δύσκολο κι εξόχως πολύπλοκο ώστε μια κυβέρνηση να μπορέσει να βάλει στη σωστή θέση όλες τις ψηφίδες. Αυτό δύσκολα μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, εκείνο όμως που τίθεται ως προβληματισμός είναι το γεγονός πως η πολιτική εν πολλοίς έχει πάψει πια να ασχολείται με τον άνθρωπο κι έχει επικεντρώσει την προσοχή της στους αριθμούς. Κι όταν η ανθρωποκεντρική θεώρηση των πραγμάτων βγαίνει από το κάδρο της επικαιρότητας αλλά και της καθημερινής σκέψης των ανθρώπων που λαμβάνουν αποφάσεις, τότε μοιραία οι χώρες πάντα θα βρίσκονται κάτω από την πίεση των κοινωνιών τους, διότι πολύ απλά αυτές είναι ζωντανοί οργανισμοί με ανάγκες και όχι μαριονέτες – κομπάρσοι σε σχέδια κι ασκήσεις επί χάρτου. Ο πολίτης πεινάει, πονάει, έχει παιδιά, ονειρεύεται το μέλλον του, θέλει να νιώθει πως έχει μέλλον και κυρίως δε θέλει να φοβάται. Η εξασφάλιση της ευημερίας των αριθμών δε σημαίνει κατ’ ανάγκη πως θα εξασφαλιστεί και η ευημερία του πολίτη.

Οι πολιτικοί σχηματισμοί λοιπόν, όπως φανερώνεται μέσα από την τρέχουσα επικαιρότητα, για ακόμα μια φορά, έπαιξαν το χαρτί του φόβου στη σκακιέρα των εκλογών, μια κίνηση που άλλωστε τη γνωρίζουν πολύ καλά. Όμως, επειδή ο βρεγμένος τη βροχή δε τη φοβάται, ίσως τούτη τη φορά η επιλογή αυτή να γυρίσει μπούμερανγκ εις βάρος τους. Εκείνο που θέλει ο πολίτης ετούτης της χώρας, είναι οι πολιτικοί να θυμηθούν τον αληθινό τους ρόλο, που δεν είναι άλλος από το να βλέπουν και να προβλέπουν το μέλλον. Εκλεγμένος εκπρόσωπος, βουλευτής είναι εκείνος που αφουγκράζεται την κοινωνία κι αναπαράγει τη φωνή της στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, υπουργός σημαίνει υπηρέτης του λαού κι όχι το αντίστροφο. Και πρωθυπουργός είναι εκείνος που στην πλάτη του σηκώνει τη χώρα κι όχι η χώρα εκείνον! Δυστυχώς όμως, είναι κοινή πεποίθηση πως εν Ελλάδι οι παραπάνω ιδιότητες συνήθως δε συνάδουν με το θεσμικό τους ρόλο, δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ακόμα και η Τέχνη το έχει αντιληφθεί αυτό κι έχει με εξαιρετική επιτυχία δημιουργήσει μορφές και χαρακτήρες όπως ο Μαυρογυαλούρος του Αλέκου Σακελλάριου.

Ο απλός άνθρωπος τούτης της χώρας, μέσα στις αγωνίες αλλά και την ελπίδα του για το μέλλον, δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε πως τούτη τη φορά θέλει από τους πολιτικούς όλων των χώρων και των ιδεολογιών να σταθούν αντάξιοι των προσδοκιών τους, να τον βγάλουν από τα αδιέξοδα, αυτά τα οποία πολλοί υποστηρίζουν πως τεχνηέντως έχουν δημιουργηθεί εξυπηρετώντας συμφέροντα, να κρατήσουν το τιμόνι του τόπου με χέρια στιβαρά κι όχι ασθενικά. Οι πολίτες, που φέρουν το βάρος της ευθύνης των επιλογών τους, δε θα πρέπει να το ξεχνούν αυτό την ώρα της κάλπης. Και δε θα πρέπει επίσης να ξεχνούν πως κάθε κράτος και κάθε λαός που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να πορεύεται στο μέλλον με μοναδικό γνώμονα την ασφάλειά του, την ικανοποίηση των αναγκών του και την ευημερία των πολιτών του. Σε κάθε άλλη περίπτωση άλλωστε δεν μπορούμε να μιλάμε για κράτος αλλά για αποικία…

Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!

penny

Η εικόνα είναι από το flickr
του χρήστη JD Hancock
(http://www.flickr.com/photos/jdhancock/8609444344/)

Με αφορμή τις εξελίξεις γύρω από το ζήτημα της Χρυσής Αυγής, εύλογα δημιουργούνται ορισμένες σκέψεις αλλά και απορίες στον απλό πολίτη. Και η πρώτη σκέψη δεν είναι άλλη παρά η αναζήτηση της αιτίας που οδήγησε και οδηγεί όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο στην έξαρση του εθνικισμού, αλλά και του ατομικισμού, της απάθειας προς τους θεσμούς και τη γενικότερη πτώση και χαλάρωση, σε σημείο σήψης, των θεσμών της Δημοκρατίας..

Το διεθνές οικονομικό σύστημα έκανε λόγο τις προηγούμενες δεκαετίες για οικονομική ευημερία που θα προέκυπτε μέσα από τις λεγόμενες ελεύθερες αγορές, οι οποίες ανάμεσα στα άλλα θα «επέβαλαν», έστω και ως έμμεσο  αποτέλεσμα, τη δημοκρατία σε όσες χώρες επεκτείνανε τη σφαίρα της επιρροής τους. Η παγκόσμια οικονομία κινήθηκε και στηρίχθηκε για το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της προς την Ανατολή και της κατανάλωσης στη Δύση. Όμως, το γεγονός αυτό από μόνο του πάσχει διότι αποδυναμώνοντας την παραγωγική διαδικασία στη Δύση, αυτή μοιραία θα έχανε την αξία ή ακόμα και την υπεραξία που δημιουργεί η εργασία με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας και τη φτωχοποίηση του πληθυσμού. Από την άλλη, στις χώρες – εργοστάσια παραγωγής των αγαθών προς κατανάλωση, οι εργαζόμενοι δεν κερδίζουν ούτε λαμβάνουν το μέρισμα που τους αντιστοιχεί πραγματικά από την εργασία τους με συνέπεια να μην είναι ικανοί να αγοράζουν ούτε οι ίδιοι αυτά που παράγουν. Η περίφημη αυτορρύθμιση των αγορών έχει αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο απειλητικά ως μια πλήρης απορρύθμιση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος με αποτελέσματα που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια.

Από την άλλη μεριά παρατηρείται το φαινόμενο της σταδιακής αποδυνάμωσης της πολιτικής, η οποία δείχνει εντελώς ανίσχυρη όχι μόνο να αντιδράσει ή να ορθώσει το ανάστημά της, αλλά να τηρήσει ακόμα και τα στοιχειώδη προσχήματα μπροστά στην οικονομική καθεστηκυία τάξη. Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες κυβερνήσεων χωρίς καμία ουσιαστική  νομιμοποίηση από τους λαούς, σε ορισμένες από τις οποίες μάλιστα ορίζονται απευθείας ως αρχηγοί οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του οικονομικού και τραπεζικού συστήματος. Η παντελής έλλειψη ισχυρών πολιτικών προσωπικοτήτων, ικανών να διαχειριστούν την οικονομική κατάσταση, επιτείνει το πρόβλημα. Ονόματα και προσωπικότητες μεγάλου διαμετρήματος του παρελθόντος που, είτε συμφωνούσαμε μαζί τους είτε όχι, είχαν το σθένος και τη δυναμική για να χαράξουν πολιτικές έχουν αντικατασταθεί πια από υπαλλήλους σε καίριες θέσης λήψης αποφάσεων. Αλλά ακόμα και τα εργαλεία που είχαν στη διάθεσή τους οι πολιτικοί τώρα πια έχουν ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Η νομισματική πολιτική αποφασίζεται από τραπεζίτες, όπως και το επίπεδο του χρέους ή του ελλείμματος. Το ίδιο και οι εμπορικές σχέσεις, οι εργασιακές σχέσεις ή ακόμα χειρότερα και η χάραξη της μεσο – μακροπρόθεσμης πολιτικής σε όλους τους τομείς της ζωής κάθε χώρας. Οι πολιτικοί σήμερα μοιάζουν περισσότερο με μαριονέτες των λεγόμενων ‘ελεύθερων αγορών’ και των hedge funds παρά ως κύριοι της μοίρας των χωρών που διοικούν.

Μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα άμετρης οικονομικής εξέλιξης και συγκέντρωσης του πλούτου σε ολοένα και λιγότερα σημεία, ο απλός άνθρωπος συναισθανόμενος και αντιλαμβανόμενος την αβεβαιότητα για το μέλλον και τη σχεδόν σίγουρη και προδιαγεγραμμένη οικονομική κατάρρευση σε παγκόσμιο επίπεδο, μιας και όπως προαναφέραμε, η οικονομική ισορροπία έχει διαταραχθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, έχει αρχίσει να αποκτά τη λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», ξεχνώντας κι αφήνοντας στην άκρη ακόμα και τις πιο στοιχειώδεις κατακτήσεις του παρελθόντος αλλά και τις κοινωνικές συμβάσεις και συνθήκες που καθιστούν τις κοινωνίες λειτουργικές. Είναι λοιπόν φυσιολογικό επακόλουθο, εφόσον η λογική της ζούγκλας αρχίζει να κερδίζει έδαφος, να στρέφεται προς τα άκρα, όποια κι αν είναι αυτά. Όλα τούτα σε συνδυασμό με την έλλειψη παιδείας που έχει επιβληθεί για ευνόητους λόγους, τους οποίους δε θα αναφέρουμε εδώ χάριν εξοικονόμησης χώρου, καθιστούν τους πολίτες επιρρεπείς σε ακραίες επιλογές και συμπεριφορές. Ο εκφυλισμός της Δημοκρατίας είναι συμπέρασμα στο οποίο οδηγείται ο πολίτης σε καθημερινή βάση νιώθοντας ταυτόχρονα ανίκανος να αντιδράσει. «Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω» είχε πει ο Αρχιμήδης αλλά στο σημείο που οδεύουν κι έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα δεν υπάρχει πουθενά, κανένα μέρος στην κυριολεξία για να πατήσει σταθερά κάποιος και να νιώσει πως μπορεί να κάνει κάτι, καθόσον το παγκόσμιο σύστημα έχει ανάγει ακόμα και τις ανθρώπινες αξίες σε οικονομικό μέγεθος. Τούτο αν το συνδυάσει με την έλλειψη πολιτικών (αντρών) και (ανθρωποκεντρικής και κοινωνικής) πολιτικής τον φέρνει σε δύσκολη θέση με συνεπακόλουθο τραγικό αποτέλεσμα να ακολουθεί τις –ακραίες- εκείνες φωνές που του τάζουν κάθαρση και λύσεις, είτε δια της βίας, είτε με κάποιον άλλο μαγικό τρόπο.

Η λύση στο πρόβλημα αυτό δεν είναι απλή, είναι όμως εφικτή και ξεκινάει πρωτίστως μέσα από τον καθένα μας. Οφείλουμε να θυμόμαστε πάντα πως είμαστε μέλη μιας κοινωνίας και ως τέτοια πρέπει να είμαστε ενεργοί και δραστήριοι. Η Δημοκρατία δε θέλει ακρότητες ούτε όμως συντηρείται από τον καναπέ…

Η οικονομική κρίση και το περιβάλλον.

Το σημερινό άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με τον ξάδερφό μου Κώστα Μπαγινέτα για δημοσίευση σε τοπική εφημερίδα περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος. Το παραθέτω αυτούσιο.

Δρ. Κωνσταντίνος Ν. Μπαγινέτας (Γεωπόνος – Αγροτικός Γεωγράφος)

Κώστας Θερμογιάννης (Δασολόγος)

Εισαγωγή

Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και το πεδίο εφαρμογής της σημερινής οικονομικής κρίσης, ο κόσμος αναμφίβολα θα βιώσει μια σημαντική ύφεση — ο βαθμός και η διάρκεια της οποίας είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί — και η οποία θα επηρεάσει βαθιά όλες τις πτυχές της διεθνούς κοινωνίας. Από τους πολλούς τομείς που θα επηρεαστούν από την ύφεση, το φυσικό περιβάλλον ξεχωρίζει ιδιαίτερα. Αυτό συνδέεται στενά με τον ρυθμό της κατανάλωσης πόρων και οι σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης θα αποδειχθούν πολύ ακριβές για τους ήδη πολύ πιεσμένους προϋπολογισμούς. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: η κρίση έχει θετικές ή αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον, ιδίως όσον αφορά στην υπερθέρμανση του πλανήτη;

Για να καταλάβουμε αυτό το ερώτημα και να το θέσουμε στη σωστή βάση του, είναι αναγκαίο καταρχήν να ρίξουμε μια ματιά πρώτα στην περιβαλλοντική κατάσταση πριν από την κρίση.

Περιβαλλοντική κατάσταση

Κατά γενική ομολογία, η σταθερή ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία παρήγαγε μια αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης για ενέργεια, σε όλες της μορφές της, ειδικά των ορυκτών καυσίμων τα οποία εκπέμπουν τα επονομαζόμενα αέρια του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με τις τελευταίες προ κρίσης προβλέψεις από το Αμερικανικό Υπουργείο Ενέργειας (ΑΥΕ), η συνδυασμένη ενεργειακή κατανάλωση από όλα τα έθνη του κόσμου αναμένεται να αυξηθεί κατά 22% μεταξύ του 2005 και του 2015, από τα 462 στα 563 τετράκις εκατομμύρια Βρετανικών θερμικών μονάδων (BTUs). Η περισσότερη από αυτή την αύξηση, σχεδόν το 90%, αναμένεται να προέρθει από τα ορυκτά καύσιμα — το πετρέλαιο, το κάρβουνο και το φυσικό αέριο.

Το αποτέλεσμα, χωρίς να αποτελεί έκπληξη, θα είναι μια δραματική προβλεπόμενη αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2), της κύριας δηλαδή πηγής των αερίων του θερμοκηπίου που προκαλούν την αλλαγή του κλίματος. Χρησιμοποιώντας πάλι τις προβλέψεις του ΑΥΕ, οι συνολικές παγκόσμιες εκπομπές CO2 αναμένεται να αυξηθούν κατά το τρομακτικό ποσοστό του 22% μεταξύ 2005 και 2015, από 28,1 στους 34,3 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους. Αυτή η αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα επισπεύσει την αλλαγή του κλίματος, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τις επίμονες ξηρασίες, την αυξημένη δραστηριότητα θυελλών και των ακραίων καιρικών φαινομένων εν γένει, καθώς και μια σημαντική αύξηση της στάθμης της θάλασσας.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αυξανόμενη τιμή του πετρελαίου — η οποία προκλήθηκε από την απότομη αύξηση της ζήτησης — σε συνδυασμό με την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των κινδύνων από την υπερθέρμανση του πλανήτη, δημιούργησε μια άνευ προηγουμένου ώθηση στις επενδύσεις αλλά και την έρευνα για εναλλακτικές μορφές και πηγές ενέργειας. Πολλές κυβερνήσεις, επιχειρήσεις ενέργειας και διαχειριστές επιχειρηματικών κεφαλαίων έχουν ανακοινώσει ότι προγραμματίζουν να δαπανήσουν τεράστια ποσά για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών καυσίμων φιλικά προς το κλίμα και την ανάπτυξη βελτιωμένων μεθόδων για την ανάκτηση αιολικής και ηλιακής ενέργειας. Τον Νοέμβριο του 2007, για παράδειγμα, η εταιρεία Google ανήγγειλε ότι θα επένδυε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη προηγμένων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτές οι προσπάθειες, και άλλες παρόμοιες, δεν θα οδηγούσαν πιθανόν στην αντιστροφή της τάσης προς αύξηση των εκπομπών CO2 από το 2005 έως το 2015, αλλά θα μπορούσαν να ορίσουν τη βάση για μια δραματική ανάκαμψη κατά τα έτη που θα ακολουθούσαν.

Πώς λοιπόν θα επηρεάσει η σημερινή οικονομική κρίση αυτές τις προσπάθειες; Όπως και σε πολλά άλλα πράγματα, υπάρχουν ευοίωνες αλλά και δυσοίωνες εκτιμήσεις και προοπτικές.

Οι ευοίωνες εκτιμήσεις

Το θετικό, για το περιβάλλον μιλώντας πάντα, γεγονός είναι ότι οι οικονομικά δύσκολοι καιροί θα οδηγήσουν τους ανθρώπους να οδηγούν λιγότερο, να πετούν λιγότερο και γενικά να καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια στην καθημερινότητά τους, μειώνοντας έτσι τις προσδοκίες για τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου. Επιπλέον, πολλοί ειδικοί πιστεύουν, ότι η ζήτηση θα μειωθεί ακόμη περισσότερο κατά τις επόμενες εβδομάδες και μήνες καθώς η οικονομική κρίση θα επιδεινωθεί και οι καταναλωτές ανά τον κόσμο θα περικόψουν τα ταξίδια τους και τη χρήση ενέργειας — και όσο λιγότερο πετρέλαιο καταναλώνεται, τόσο λιγότερο CO2 εκπέμπεται. Καθώς μειώνεται η κατανάλωση πετρελαίου, η τιμή του είναι επίσης πιθανό να μειωθεί — αποθαρρύνοντας με τον τρόπο αυτό επενδύσεις σε πολλά δαπανηρά και περιβαλλοντικώς επικίνδυνα έργα παραγωγής ενέργειας. Αυτό βεβαίως ενέχει και τον κίνδυνο οι κυβερνήσεις να στραφούν στην παραγωγή φθηνής ενέργειας με τη χρήση πυρηνικών καυσίμων με τους γνωστούς σε όλους μας κινδύνους.

Η σημερινή οικονομική κρίση είναι επίσης στενά συνδεδεμένη με την οικοδομική δραστηριότητα και στέγαση. Πολλές κατοικίες που κατασκευάστηκαν κατά την ένδοξη εποχή του εύκολου τραπεζικού δανεισμού ήταν υπερμεγέθη σπίτια σε απομακρυσμένα προάστια μακριά από δημόσια διαμετακομιστικά κέντρα ή ήταν δεύτερες κατοικίες σε περιοχές παραθερισμού μακριά από τις τοποθεσίες των πρωτευόντων κατοικιών των ιδιοκτητών. Αυτές οι κατοικίες όμως καταναλώνουν πολλή ενέργεια και η πρόσβασή τους απαιτεί, πολλές φορές, μακριά δρομολόγια. Τώρα, πολλά από αυτά τα σπίτια πουλιούνται και είναι αμφίβολο ότι θα χρησιμοποιηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη χρήση ενέργειας οποιασδήποτε μορφής και κατ’ επέκταση περιορίζοντας και τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου. Ακόμη, οι άνθρωποι πλέον έχουν περιορίσει τις μετακινήσεις, χρησιμοποιούν τις δημόσιες μεταφορές περισσότερο και τα αεροπλάνα λιγότερο. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα σημαντική επίσης μείωση της χρήσης της ενέργειας και των εκπομπών CO2.

Οι δυσοίωνες εκτιμήσεις

Υπάρχουν όμως και μειονεκτήματα σε όλα τα παραπάνω. Το σοβαρότερο είναι η πιθανή απόφαση των διαχειριστών επιχειρηματικών κεφαλαίων να αποφύγουν να επενδύσουν σε καινοτόμα ενεργειακά έργα. Σε ένα φόρουμ ενέργειας που οργανώθηκε από την επαγγελματική εταιρεία παροχής υπηρεσιών Ernst & Young, οι εμπειρογνώμονες προειδοποίησαν για μια απότομη μείωση στην ιδιωτική χρηματοδότηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Από τη άλλη, παρόλο που η έννοια της εναλλακτικής ενέργειας έχει μεγάλη δυναμικότητα, και οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να δυσκολευτούν να βρουν τους πόρους για τη χρηματοδότηση τέτοιων εναλλακτικών ενεργειακών έργων. Είναι πολύ πιθανό οι δαπανηρές προσπάθειες αυτού του είδους να σταματήσουν ή να αναβληθούν μόλις το μέγεθος της οικονομικής κρίσης διογκωθεί περαιτέρω και τα κεφάλαια που θα απαιτηθούν για την αντιμετώπισή της αυξηθούν σε βαθμό δυσβάσταχτο για τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Το ίδιο ισχύει βεβαίως για όλες τις χώρες που έχουν δεσμευθεί να αναλάβουν φιλόδοξες πρωτοβουλίες για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Πράγματι, οι ηγέτες σε μερικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάνουν έκκληση για επιβράδυνση των προσπαθειών για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λόγω της αναπτυσσόμενης οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με το σχέδιο που ενέκρινε η ΕΕ το 2007, τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν για τη μείωση των εκπομπών αυτών κατά 20% κάτω από τα επίπεδα του 1990 μέχρι το 2020, που είναι πολύ πιο φιλόδοξο από το πρωτόκολλο του Κυότο. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν ένα λεπτομερές σχέδιο για την επίτευξη αυτού του στόχου, αλλά ήδη από παλαιότερες συνόδους των αρχηγών κρατών της Ε.Ε. τόσο ο πρωθυπουργός Silvio Berlusconi της Ιταλίας όσο και οι ηγέτες ορισμένων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών ανέφεραν ότι λόγω της τρέχουσας κρίσης δεν ήταν πλέον σε θέση να χρηματοδοτήσουν το υψηλό κόστος επίτευξης του στόχου το 2020 και επομένως δεν ήταν διατεθειμένοι να υιοθετήσουν το λεπτομερές σχέδιο.

Συμπέρασμα

Η ανθρώπινη ιστορία έχει διδάξει πως σε πολύπλοκα, μη γραμμικά, πολυπαραγοντικά συστήματα όπως αυτό που περιγράφουμε πιο πάνω είναι δύσκολη η εκτίμηση αλλά και η πρόβλεψη με ακρίβεια των μελλοντικών εξελίξεων. Η οικονομική κρίση που οδηγεί μεγάλα κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού σε διαβίωση υπό δυσμενέστερες συνθήκες θα μπορούσε να εκληφθεί ως παράγοντας ο οποίος ενδεχομένως να επιδράσει καταλυτικά στην ελάττωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, καθόσον όπως αναφέρθηκε πιο πάνω θα μειωθούν δραστικά οι μετακινήσεις αλλά και η ζήτηση γενικά όλων των μορφών ενέργειας. Από την άλλη όμως, υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο η κακή συντήρηση και η παλαίωση των συστημάτων κατανάλωσης ενέργειας (οχήματα, αεροπλάνα, κεντρικές θερμάνσεις κλπ.) να οδηγήσει σταδιακά στην χειροτέρευση της αναλογίας “ποσότητα καυσίμου προς παραγόμενη ενέργεια“ με αποτέλεσμα η ίδια ποσότητα ορυκτών καυσίμων να παράγει τελικά μεγαλύτερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, συγκρινόμενη πάντα με τις σημερινές τιμές κι αναλογίες.

Έναν εξίσου καθοριστικό παράγοντα θα αποτελέσει και το γεγονός ότι η περιβαλλοντική συνείδηση που είχε αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια θα δεχτεί μεγάλες πιέσεις υπό το βάρος της εξεύρεσης φθηνότερων προϊόντων και αγαθών, τα οποία, για τον περιορισμό του κόστους, ενδεχομένως να κατασκευάζονται ή να παρέχονται χωρίς τις μέχρι σήμερα προφυλάξεις υπέρ της περιβαλλοντικής αειφορίας. Κι έτσι, ο κάθε άνθρωπος ως μονάδα, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, θα χάσει το αισθητήριο εκείνο ερέθισμα της προστασίας του περιβάλλοντος που διαθέτει ακόμα και σήμερα, επιλέγοντας τέτοιου είδους προϊόντα, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται όταν οι ανθρώπινες αυτές μονάδες ενωθούν σε ένα σύνολο.

Κλείνοντας, δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υποβαθμίσουμε και το γεγονός ότι η βιομηχανία για να επιβιώσει και να ανταπεξέρθει στην παγκόσμια οικονομική κρίση θα πάψει να παράγει εκλεπτυσμένα προϊόντα τα οποία είναι σαφώς ακριβότερα, και θα στρέψει το βλέμμα της προς φτηνότερες κατασκευές, οι οποίες όμως πιθανόν αφενός να κατασκευάζονται με φτηνές αλλά επιβλαβείς για το περιβάλλον πρώτες ύλες κι αφετέρου να έχουν μικρότερη διάρκεια ζωής με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί τελικά μεγαλύτερη παραγωγή σκουπιδιών, τα οποία ως γνωστών πέρα από τα προβλήματα και τις δυσχέρειες που δημιουργούν κατά την ανακύκλωσή τους, επιβαρύνουν με μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα την ατμόσφαιρα.

Εν κατακλείδι, δεν είναι σαφές σε αυτό το σημείο εάν η οικονομική κρίση θα επηρεάσει θετικά ή αρνητικά και σε ποιο βαθμό την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος. Βραχυπρόθεσμα, αυτή το πιθανότερο είναι πως θα επιβραδύνει την αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, όπως επίσης θα προκαλέσει καθυστέρηση στην ανάπτυξη επικίνδυνων για το περιβάλλον έργων. Ωστόσο, εάν η κρίση καθυστερήσει επίσης την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών ενέργειας για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτό θα ακύρωνε τη σημασία αυτών των θετικών εξελίξεων. Πολλοί άνθρωποι είναι σε αναμονή και παρακολουθούν τι συμβαίνει στις παγκόσμιες χρηματαγορές. Ομοίως, η ετυμηγορία είναι ακόμη ανοικτή σχετικά με την τελική επίπτωση της κρίσης στον τομέα του περιβάλλοντος.

Βιβλιογραφία:

Απόφαση 406/2009/ΕΚ «Περί των προσπαθειών των κρατών μελών να μειώσουν τις οικείες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, ώστε να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Κοινότητας για μείωση των εκπομπών αυτών μέχρι το 2020».

Οδηγία 2009/28/ΕΚ «Σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι αποβλέπουν σε συμμετοχή των ΑΠΕ κατά 20% στην ενεργειακή κατανάλωση σε επίπεδο ΕΕ.

Ιστοσελίδες:

www.energy.gov

www.iea.org

Αρέσει σε %d bloggers: