Το Όνειρο της Θάλασσας.


 

(c) Τελευταίος

Τα κύματα χτυπούσαν το πλοίο χωρίς έλεος. Ο καπετάνιος είχε καρφωμένο το βλέμμα του στον ορίζοντα εδώ και αρκετή ώρα. Λες και προσπαθούσε να μαντέψει τη συντομότερη διαδρομή για να μας βγάλει στην ήρεμη θάλασσα. Είχε μπροστά του ένα σωρό όργανα κι όμως τα αγνοούσε επιδεκτικά, όλα εκτός από την πυξίδα, το μπούσουλα όπως την έλεγε. Οι εντολές που έδινε ήταν κοφτές, εκείνη την ώρα δεν υπήρχε περιθώριο ούτε για διευκρινήσεις αλλά ούτε και για λάθος. Όλοι στη γέφυρα κρατούσαμε την ανάσα μας. Από τη γάστρα ακουγόταν τριγμοί, ενώ η πλώρη μια βούλιαζε μέσα στη μανιασμένη θάλασσα και μια, θαρρείς ήθελε να πετάξει, ορθωνόταν ξεδιάντροπα προς τον ουρανό.

Ο καπετάν Στέργιος ήταν από μικρός μέσα στα καράβια. Καταγόταν από ναυτική οικογένεια και το μόνο που θεωρούσε φυσιολογικό ήταν να βρίσκεται μεσοπέλαγα. Πολλά χρόνια καπετάνιος, είχε γυρίσει όλες τις θάλασσες, είχε αριβάρει σ’ όλα τα λιμάνια βορρά και νότου, ανατολής και δύσης. Προσεκτικός και μετρημένος, πάντα διάβαζε τα σημάδια του ουρανού και αγνοούσε πεισματικά την τεχνολογία. Και πάνω απ’ όλα προληπτικός. Ίσως ο πιο προληπτικός άνθρωπος που είχα γνωρίσει. Ποτέ δε σάλπαρε αν ήταν Τρίτη. Ή έπρεπε να επισπεύσει τα πράγματα για να βάλει πλώρη για το επόμενο λιμάνι τη Δευτέρα ή αλλιώς έμενε στο ρεμέτζο μέχρι την Τετάρτη. Οι πλοιοκτήτες παρά το γεγονός ότι μια μέρα καθυστέρηση γι’ αυτούς ήταν χάσιμο χρήματος, εντούτοις δεν αντιδρούσαν. Τον υπάκουαν τυφλά, όπως όλοι μας άλλωστε.

–          Κάνε κράτει, ούρλιαξε στον δεύτερο, κράτει. Αγάντα καλή μου, αγάντα, είπε προς το σκαρί που διαφέντευε λες και ήταν η γυναίκα του.

Για μερικά δευτερόλεπτα μιαν απόκοσμη σιωπή απλώθηκε μέσα στη γέφυρα και τις ψυχές μας. Ένα τεράστιο κύμα ερχόταν καταπάνω μας. Ο καπετάνιος είχε μανουβράρει το πλοίο και το είχε φέρει στην ιδανική θέση για τέτοιες περιπτώσεις. Ίσως ήταν ο μοναδικός που είχε ξεχωρίσει εκείνο το κύμα από μακριά. Ένα τεράστιο τράνταγμα μας έριξε από τις θέσεις μας. Χτύπησα το χέρι μου κι άρχισε να ματώνει. Μέσα στη σαστιμάρα μου τον άκουσα να φωνάζει:

– Πρόσω ολοταχώς. Ολοταχώς. Αγάντα καλή μου, αγάντα…

Είχαμε βάλει ρότα για το Νοβόροσισκ και μόλις καβατζάραμε το Κάβο Ντόρο μας έπιασε ο καιρός. Το τάνκερ δε δυσκολεύονταν με τη θάλασσα, αλλά εκείνα τα κύματα δοκίμαζαν την αντοχή του κύτους. Μετά από έξι, μπορεί κι εφτά ώρες τα πράγματα είχαν ηρεμήσει. Το πλοίο έσκιζε την ήρεμη θάλασσα περήφανο λες και τώρα πια την αγνοούσε και δεν την υπολόγιζε. Ο Στέργιος βγήκε στο κατάστρωμα και άναψε τσιγάρο. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στον ορίζοντα αλλά στην πραγματικότητα δεν κοίταζε πουθενά. Τον πλησίασα και τον φωτογράφισα, έτσι ατάραχος και ήρεμος όπως ήταν. Με πονούσε ο καρπός του χεριού μου από το κόψιμο και δεν μπορούσα να βγάλω καλές φωτογραφίες. Μάζεψα τη μηχανή κι άναψα κι εγώ ένα τσιγάρο δίπλα στον καπετάνιο.

–          Καπετάν Στέργιο, φοβήθηκα. Τι φοβήθηκα δηλαδή, μου κόπηκαν τα πόδια. Πως μπορείτε εσείς οι ναυτικοί τόσα χρόνια μέσα στη θάλασσα; Δε φοβάστε;

– Κοίτα να δεις Ηλία, είπε γυρίζοντας προς τη μεριά μου, νομίζω ότι εγώ σήμερα φοβήθηκα περισσότερο από ‘σένα.

– Αφού ήσουνα ατάραχος καπετάνιε. Αν ήταν έτσι ο φόβος…, είπα αλλά δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα μου.

– Άμα δείχνω πως φοβάμαι καλύτερα να γίνω στεργιανός. Εδώ δε μπορείς να δείξεις το φόβο σου, γιατί τον διαβάζουν οι ναύτες κι άμα φοβηθούν κι αυτοί πάει, το ‘χασες το παιχνίδι. Πρέπει να σου έχουν μπιστοσύνη. Πρέπει να ξέρουν ότι αυτό που κάνεις είναι το σωστό αλλιώς τα χάνουν. Κι άμα τα χάσουν ποιος θα κουμαντάρει τέτοιο σκαρί; Κατάλαβες; Όλοι μας φοβόμαστε αλλά δεν το δείχνουμε, είπε γελώντας. Άσε που τον καταλαβαίνει κι θάλασσα το φόβο. Τον μυρίζει, αλήθεια σου λέω. Πρέπει να την κοιτάς κατάματα και να της πεις ότι εσύ κάνεις κουμάντο κι όχι αυτή. Άμα πήρε αυτή τον έλεγχο θα σε πάει στον πάτο. Το γέλιο του έγινε πιο μεγάλο και τρανταχτό.

Τον φώναξε ο δεύτερος από τη γέφυρα. Είχε έρθει ένα τηλεγράφημα ή κάτι τέτοιο. Μου έκανε ένα νεύμα ζητώντας μου συγνώμη και ισιώνοντας τη ναυτική του τραγιάσκα χάθηκε μέσα στο βασίλειό του. Κατέβηκα στην κουβέρτα του πλοίου και έφτασα στην πρύμνη. Οι προπέλες μέσα στο νερό γύριζαν μανιασμένες και πέταγαν πίσω τους αλαφιασμένη την αφρισμένη θάλασσα. Μια λευκή και γαλάζια γραμμή ακολουθούσε το πλοίο από μίλια μακριά, όσο έβλεπε το μάτι μου και χανόταν μέσα στην απεραντοσύνη του πελάγου. Έβγαλα τη μηχανή κι άρχισα να απαθανατίζω όλες τις γωνίες, όλες τις λεπτομέρειες, τις σκουριές, τον ιδρώτα και τα βάσανα των θαλασσινών. Προχώρησα προς τα μπρος με τη φωτογραφική μηχανή να ρουφάει ασταμάτητα όλο το φως που βρέθηκε μπροστά της. Όταν έφτασα στην πλώρη, ο αέρας άρχισε να δυναμώνει. Έριξα το βλέμμα μου στις τεράστιες αλυσίδες που συγκρατούσαν τις δύο άγκυρες. Γύρισα μονομιάς πίσω και τότε συνειδητοποίησα το μέγεθος του βαποριού. Θα ξεπερνούσε τα 350 μέτρα μήκος! Και ποιος ξέρει πόσο ήταν σε πλάτος. Τι σωθικά ατσάλινα θέλει για να κυβερνάς όλον αυτόν τον όγκο άψυχης λαμαρίνας κι ανθρώπινης αγωνίας αναρωτήθηκα.

Τρεις μήνες πέρασαν και δεν είχα πατήσει το πόδι μου στη στεριά. Είχα αφεθεί στην αγκαλιά της θάλασσας, σ’ ένα μαγικό ταξίδι που πια έλαβε τέλος. Ο πλοιοκτήτης, παλιός συμμαθητής κι εγκάρδιος φίλος, μου έκανε τη χάρη να μου επιτρέψει να πραγματοποιήσω το παιδικό μου όνειρο, αυτό το ονειρικό για μένα ταξίδι στην περιπέτεια. Μάζεψα όλα μου τα πράγματα, ρούχα κυρίως κι αναμνήσεις και ήμουν έτοιμος να γυρίσω πίσω στην Αθήνα. Χαιρέτισα όλους μου τους συνταξιδιώτες κι άφησα για το τέλος τον καπετάνιο. Η συγκίνηση με είχε κυριεύσει και με δυσκολία συγκρατούσα τα δάκρυα στα μάτια μου.

– Γειά σου καπετάνιο. Ελπίζω κάποια στιγμή να ξαναβρεθούμε, να πιούμε ένα κρασί και να μιλήσουμε, όπως κάναμε κάθε βράδυ όλον τούτο τον καιρό.

– Θα συναντηθούμε, μη φοβάσαι. Είναι γραφτό, το νιώθω, μου είπε χτυπώντας με φιλικά στην πλάτη. Ήσουν ο καλύτερος βοηθός μάγειρα, συνέχισε, και τα γλυκά που έφτιαχνες θα μου λείψουν, έκανε σκορπώντας ένα τεράστιο χαμόγελο.

– Σ’ ευχαριστώ για όλα καπετάν Στέργιο. Να είσαι πάντα καλοτάξιδος και τυχερός.

– Φχαριστώ, απάντησε και γύρισε ξαφνικά την πλάτη του. Να περνάς καλά, φώναξε καθώς ξεμάκρυνε με γρήγορο βήμα.

Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί γύρισε τόσο απότομα κι έφυγε. Ίσως να μην ήθελε να προδώσει τη συγκίνησή του. Μπήκα στο ταξί για το αεροδρόμιο. Σε μερικές ώρες θα ήμουν σπίτι.

 

Ένα χρόνο αργότερα, “Το όνειρο της θάλασσας” ήταν πραγματικότητα. Το καινούριο μου μυθιστόρημα είχε κάνει την εμφάνισή του στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Όλες οι εμπειρίες από εκείνο το ταξίδι στο υγρό στοιχείο είχαν αποτυπωθεί στις σελίδες του, με πρωταγωνιστή τον καπετάν Μανώλη, ένα γέρο πεισματάρη ναυτικό που τα ‘βαζε με τη θάλασσα θέλοντας να της δείξει ότι εκείνος είχε το πάνω χέρι. Στο πρόσωπο εκείνου του φανταστικού καπετάνιου απεικονιζόταν ο καπετάν Στέργιος. Δε θα μπορούσε άλλωστε να είχε γίνει διαφορετικά.

Από τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίες είχε γίνει ανάρπαστο. Πριν καλά καλά κάνουμε την επίσημη παρουσίασή του, που είχε προγραμματιστεί για σήμερα το βράδυ, είχε κυκλοφορήσει η δεύτερη έκδοση. Η αγωνία μου ήταν πολύ μεγάλη όταν μπήκα στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα. Τον πρόλογο έκανε μια αγαπητή μου συνάδερφος και όση ώρα μιλούσε το βλέμμα μου αμήχανα περιδιάβηκε τα πρόσωπα απέναντί μου. Στάθηκε κάπου στο βάθος, σε κάτι γνώριμο αλλά απροσδιόριστο εκείνη τη στιγμή. Ήταν εκείνη η τραγιάσκα που σκέπαζε τις σκέψεις του καπετάν Στέργιου. Κοίταξα καλύτερα. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω από τόσο μακριά αν ήταν εκείνος ή όχι με σιγουριά. Μεμιάς χάθηκε η αγωνία για την παρουσίαση του βιβλίου από μέσα μου και το μόνο που ήθελα ήταν να τελειώσει γρήγορα για να δω αν ο άνθρωπος εκείνος που καθόταν στην τελευταία σειρά με την τραγιάσκα ήταν ο καπετάνιος.

Μια ώρα περίπου αργότερα είχαμε τελειώσει και ο κόσμος ερχόταν προς το μέρος μου για να υπογράψω τα αντίτυπα του βιβλίου. Καρτερικά περίμενε στη σειρά του ο καπετάνιος. Έφτασε μπροστά μου και μου έδωσε το αντίγραφο για να το υπογράψω.

– Καπετάνιο, εσύ πρέπει να το αφιερώσεις σε μένα, όχι εγώ σε σένα, του είπα γεμάτος χαρά.

– Δε σου είπα πως θα ξαναβρεθούμε; Εγώ κρατάω πάντα το λόγο μου. Αλλά δεν ήρθα για το βιβλίο σου, είπε, αλλά για να σε παρακαλέσω να φτιάξεις κανένα από εκείνα τα γλυκά. Μου έχουν λείψει βρε αδερφέ. Όλο τον κόσμο γύρισα, σοκολάτα σα τη δικιά σου δε βρήκα. Δεν παρατάς το γράψιμο να γίνεις ζαχαροπλάστης; είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε. Γέλασε διάπλατα χωρίς να λογαριάζει κανέναν εκεί μέσα.

Αργότερα εκείνο το βράδυ βρεθήκαμε να τρώμε παραδοσιακούς μεζέδες με τη συνοδεία κόκκινου αρωματικού κρασιού. Εξομολογήθηκε ο ένας στον άλλο την ιστορία της χρονιάς που πέρασε. Εκείνος μέσα στο βαπόρι, αρμένιζε τα πέλαγα, πάντα με το βλέμμα στον ουρανό διαβάζοντας τα σημάδια του. Το κρασί μας είχε κάνει να ανοιχτούμε ο ένας στον άλλο.

– Το διάβασα το βιβλίο σου. Στο τελευταίο ταξίδι. Μιλούσε με κοφτές κουβέντες. Αλήθεια έτσι με βλέπεις; Έτσι νομίζεις πως είμαι; Γιατί δε μου το βγάζεις απ’ το μυαλό, εκείνος ο καπετάνιος είμαι εγώ έτσι δεν είναι;

– Έτσι είναι.

–          Κι αλήθεια νομίζεις πως παλεύω με τη θάλασσα από πείσμα. Για να τη νικήσω;

–          Μα, πήγα να ψελλίσω…

– Κανένας ποτέ δεν κέρδισε τη θάλασσα. Απλά μερικοί στάθηκαν τυχεροί και γλίτωσαν την ψυχρή αγκαλιά της. Μην ακούς κανέναν άλλο, έτσι είναι όπως στα λέω εγώ. Κάθε φορά που λύνουμε τους κάβους με πιάνει φόβος. Όχι για μένα, για τις ψυχές που κουβαλάω στην πλάτη μου. Τους ναυτικούς μου. Δε θέλω να πάθει κανένας το παραμικρό. Θέλω να τους παραδώσω στις μανάδες τους και τις γυναίκες τους πίσω, δε θα αφήσω ποτέ τη θάλασσα να μου πάρει κανένα.

– Μα, καπετάνιε, ένα μυθιστόρημα είναι μόνο, λίγη υπερβολή επιτρέπεται, μην τα παίρνεις κι όλα τοις μετρητοίς.

– Δε βαριέσαι, Ηλία, μήπως πρόκειται να κάνω πολλά ταξίδια ακόμα, αποκρίθηκε πίνοντας αργά μια γουλιά από το ποτήρι του.

– Γιατί καπετάνιε, θα πάρεις σύνταξη;

Η ερώτησή μου συνοδεύτηκε από ένα περιπαιχτικό χαμόγελο, αλλά η αντίδραση του καπετάνιου άργησε να έρθει. Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε στα μάτια.

– Περίπου, απάντησε, θα πάρω σύνταξη από τη ζωή.

– Τι; είπα γεμάτος απορία.

– Σύνταξη από τη ζωή. Αυτό που ακούς.

– Τι λες ρε καπετάνιε, τι σύνταξη από τη ζωή μου ξεφουρνίζεις στα καλά του καθουμένου;

– Τα μέσα μου είναι όλα σάπια Ηλία.

Μια παγωμένη σιωπή γέμισε τις αισθήσεις μου. Κοιταχτήκαμε χωρίς να μιλήσουμε για κάμποση ώρα. Γέμισα τα ποτήρια με κρασί, άδειασε η καράφα. Έκανα νόημα στο σερβιτόρο να την ξαναγεμίσει. Κατάλαβα πως τα πράγματα ήταν σοβαρά και δεν ήξερα τι να πω. Η χαρά μου που ξανασυναντηθήκαμε μετά από τόσο καιρό έγινε σε μια στιγμή λύπη. Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω το λογισμό μου.

– Είμαι γεμάτος καρκίνο, σκούριασα από μέσα σαν τα σαπιοκάραβα. Απ’ όξω η μόστρα είναι πρώτης κατηγορίας κι άμα ξανοιχτείς μεσοπέλαγα ακούς τις λαμαρίνες να τσακίζονται. Έτσι κατάντησα κι εγώ Ηλία. Σάπιος.

– Τι λένε οι γιατροί καπετάνιο;

– Δεν έχω ούτε έξι μήνες ζωή.

– Πήγες σε καλούς γιατρούς ή σε τίποτα αλμπάνηδες μωρέ, είπα κι θυμός ξεβράστηκε από μέσα μου με ορμή σα το κύμα που χτυπάει τα βράχια. Ξέρω κάποιους…

– Φχαριστώ, αλλά δε παίρνει γιατρειά το πράμα.

– Μα μπορούμε να το παλέψουμε…

– Μπα. Σου είπα δεν παίρνει γιατρειά. Και ξέρεις τι με θυμώνει περισσότερο; Έχω παλέψει με όλα τα στοιχεία της φύσης. Η θάλασσα μου έδειξε την οργή της και τόλμησα να την κοιτάξω στα μάτια, να της περάσω χαλινάρι. Δε με φοβίζει πια. Αλλά γι’ αυτό το πράμα που έχω μέσα μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Ούτε καν να το δω δε μπορώ το άτιμο και πώς να το παλέψω; Θα σβήσω σε κανένα κρεβάτι νοσοκομείου, γεμάτος καλώδια, μόνος και μακριά απ’ τα βαπόρια. Δεν τον θέλω τέτοιο θάνατο, μ’ ακούς;

Γέμισε το πρόσωπό του δάκρια. Χαμήλωσε το πρόσωπο του και το ακούμπησε πάνω στις γροθιές του. Έμεινα να τον κοιτάζω χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα. Ένιωθα τόσο αδύναμος όσο το μωρό που βγαίνει από τη μήτρα της μάνας του.

– Τουλάχιστον θα ζω μέσα στο όνειρο της θάλασσας είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του.

Η επόμενη μέρα με βρήκε να κάνω τηλέφωνα σε γνωστούς και φίλους προσπαθώντας να βρω κάποια λύση για τον καπετάνιο, κάποιον γιατρό που να ξέρει απ’ αυτά. Όσους κι αν βρήκα όμως, ότι προσπάθεια κι αν έκανα έπεσαν στο κενό. Ο καπετάν Στέργιος δε δεχόταν καμιά βοήθεια. Η αλήθεια ήταν ότι η κατάστασή του δεν ήταν αντιστρέψιμη. Μου ζήτησε να μην τον ενοχλήσω για λίγο καιρό. Σεβάστηκα την επιθυμία του θεωρώντας ότι ήθελε να ηρεμήσει, να πείσει τον εαυτό του για αυτό που του συνέβη.

Θα ήταν ένα μήνα αργότερα όταν, παρακολουθώντας το βραδινό δελτίο ειδήσεων, άκουσα κάτι πολύ παράξενο. Ο καπετάνιος του πετρελαιοφόρου ‘Κρήτη’ είχε δηλωθεί αγνοούμενος. Στο μέσο του Ατλαντικού χάθηκε έτσι απλά. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου ο καπετάν Στέργιος, το Κρήτη ήταν το δεξαμενόπλοιο που διαφέντευε, εκείνο στο οποίο είχα περάσει τρεις ολόκληρους μήνες. Αμέσως τηλεφώνησα στον πλοιοκτήτη.

– Δημήτρη, άκουσα στις ειδήσεις για το Κρήτη…

– Ο Στέργιος ήταν.

– Μα ήταν άρρωστος, πως ταξίδευε;

– Άρρωστος;

– Ναι, δεν το ήξερες;

– Όχι…

Δεν είχε πει τίποτα στην εταιρεία. Ήξερε ότι θα τον έβγαζαν στη στεριά, σαν τα παροπλισμένα βαπόρια. Κι ήθελε να πεθάνει πάνω στη γέφυρα, αγκαλιά με την πυξίδα του. Αργότερα μάθαμε πως μόλις τελείωσε τη βάρδια του πρέπει να βρέθηκε στη θάλασσα αυτοθέλητα. Είχε αφήσει αναλυτικές σημειώσεις στον δεύτερο με όλες τις εκκρεμότητες και τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, δεν ήθελε να αφήσει τίποτα στην τύχη.

Τρεις, μπορεί και να ήταν τέσσερις μέρες αργότερα έφτασε ένα δέμα από το ταχυδρομείο. Ήταν από εκείνον. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Μου είχε στείλει την τραγιάσκα του και το βιβλίο μου, το Όνειρο της Θάλασσας, το αντίτυπο που του είχα υπογράψει. Κάτω από την αφιέρωσή μου έγραφε:

Θέλω να ζήσω όρθιος.

Κι άμα δεν μπορώ σε τούτο τον κόσμο, θα ζήσω στην αγκαλιά της θάλασσας.

Στο Όνειρο της Θάλασσας.

Σ’ ευχαριστώ.

Καπετάν Στέργιος.

Advertisements
  1. Πολύ συγκινητική ιστορία! Αγγίζεις το θέμα της ευθανασίας για μη αναστρέψιμες καταστάσεις.
    Δεν ξέρω ειλικρινά ποια είναι η καλύτερη λύση για καταστάσεις παρόμοιες με του Στέργιου.
    Αγαπώ τόσο πολύ την ζωή που ποτέ δεν θα έβρισκα το θάρρος να την τερματίσω αλλά και δεν θα άντεχα να την αφήσω να μου σβήσει μέσα σε απερίγραπτους πόνους!
    —–
    Είπαμε έχεις τον τρόπο σου να μας μαγνητίζεις την προσοχή και να φεύγουμε προβληματισμένοι απο τις «ιστορίες σου»

    • Κάρυ μου κανείς δεν μπορεί να απαντήσει εύκολα σε τέτοια ερωτήματα. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική νομίζω.

      Να είσαι καλά για τα καλά σου λόγια 🙂

  2. Κοίτα τι έπαθα τώρα! Δεν μπορώ να βρω τ’άλλα !!!
    Βρε Τελευταίε μου …πολλά ανεξήγητα μου συμβαίνουν εδώ μέσα!
    Εχεις βάλει φαντασματάκια και με δουλεύουν?

    • Τα βρήκες, τα βρήκες 🙂

  1. 23 Δεκεμβρίου 2010

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: