Τελευταία στιγμή.



1ο Μέρος
Η γνωριμία


Ο Νίκος περίμενε ανυπόμονα το τρένο εδώ και μισή ώρα. Η καθυστέρηση άρχισε να τον κάνει νευρικό, πήγαινε από τη μια άκρη της πλατφόρμας στην άλλη, ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Η φωτεινή ένδειξη έλεγε ότι από στιγμή σε στιγμή η αμαξοστοιχία θα έφτανε. Κοιτούσε μακριά στον ορίζοντα προσπαθώντας να διακρίνει κάτι, αλλά η κακή του όραση δεν τον βοηθούσε. Μπροστά του τέσσερα ζευγάρια γραμμές, μεταλλικοί δρόμοι πάνω στους οποίους μεταφερόταν άνθρωποι και ιδέες, περίμεναν καρτερικά τα τρένα κι απέναντι μια δεντροστοιχία που έκρυβε τη θέα στον κάμπο. Το παλιό πέτρινο κτίριο του σταθμού, πρόσφατα ανακαινισμένο, κουβάλαγε αναμνήσεις από το παρελθόν. Ο τεράστιος πίνακας ανακοινώσεων έστεκε καταμεσής στον τοίχο κι από δίπλα δυο φωτογραφίες παλιών ατμοκίνητων τρένων. Τέσσερα πέντε φρεσκοβαμμένα παγκάκια περίμεναν καρτερικά να ξεκουράσουν τους επισκέπτες. Τα μοναδικά που είχαν μείνει ίδια ήταν μερικές απλίκες, που σε πείσμα του χρόνου και της φθοράς, παρέμεναν αναλλοίωτες και φώτιζαν με το κίτρινο ξεθωριασμένο τους φως την πλατφόρμα.

Δυο μήνες πριν ο γιατρός δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Κάποιος Νίκος Γρηγορίου ήθελε να κλείσει ραντεβού για την ίδια μέρα το απόγευμα. Παρά την αντίδραση του γιατρού, καθόσον ήταν Σάββατο και δεν πήγαινε στο ιατρείο του, δέχτηκε γιατί η πίεση και η επιμονή του συνομιλητή του ήταν μεγάλη. Στις έξι το απόγευμα ήταν εκεί και περίμενε. Δέκα λεπτά μετά, ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας με γαλάζια διαπεραστικά μάτια εμφανίστηκε μπροστά του.
– Ο γιατρός Αθανασίου; είπε κοφτά.
– Μάλιστα, απάντησε ο γιατρός. Εσείς θα είστε ο κύριος Γρηγορίου φαντάζομαι.
– Ναι.
– Καθίστε, είπε ο γιατρός δείχνοντάς του την πολυθρόνα. Προς τι αυτή η επίσκεψη και μάλιστα Σάββατο απόγευμα; Είναι κάτι επείγον;
– Κοιτάξτε γιατρέ, είπε χαμηλώνοντας τη φωνή αλλά κοιτάζοντάς τον διαρκώς στα μάτια, είναι κάτι το οποίο πρώτα απ’ όλα απαιτεί την εχεμύθειά σας.
– Δηλαδή; έκανε γεμάτος απορία.
– Φαντάζομαι ότι μπορώ να σας εμπιστευτώ και ότι πούμε θα μείνει μεταξύ μας.
– Βεβαίως.
– Το αφεντικό μου πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια που τον ταλαιπωρεί αφάνταστα. Θέλει με κάποιο τρόπο να βρει λύση στο πρόβλημά του, να θεραπευτεί.
– Ποιος είναι το αφεντικό σας κύριε Γρηγορίου και από τι πάσχει; ρώτησε βάζοντας τα γυαλιά του και ρίχνοντας το βλέμμα του σε κάποιες σημειώσεις που είχε μπροστά του.
– Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι μία αλλά πολλές οι παθήσεις που τον βασανίζουν. Είναι θαύμα ότι ακόμα ζει… σχεδόν τίποτα δε λειτουργεί σωστά, νεφρά, συκώτι… Πάσχει κι από αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Δεν μπορεί ούτε ένα βήμα να κάνει και λαχανιάζει. Είναι μισός άνθρωπος.
– Μα, κύριε Γρηγορίου, όπως ίσως θα ξέρετε εγώ δεν είμαι πνευμονολόγος και βεβαίως δεν έχω ειδίκευση σε τέτοια πράγματα. Μάλλον κάνατε λάθος. Νομίζω όμως ότι μπορώ να σας συστήσω κάποιους αξιόλογους συναδέρφους αναλόγων ειδικοτήτων, είπε γράφοντας πάνω στις σημειώσεις που είχε μπροστά του. Και ποιος είπατε είναι το αφεντικό σας; νομίζω μου διέφυγε το όνομά του…
– Όχι γιατρέ μου, δεν έχω κάνει λάθος. Ξέρω ότι είστε νευροχειρουργός…
– Αφού το ξέρετε τότε γιατί απευθυνθήκατε σε μένα; τον διέκοψε.
– Κοιτάξτε, το αφεντικό μου θέλει να βρει τη γαλήνη, αν με καταλαβαίνετε…
– Όχι δεν σας καταλαβαίνω, είπε γυρίζοντας αυστηρά το βλέμμα του προς τα γαλάζια του μάτια. Ξεκαθαρίστε επιτέλους τι θέλετε από μένα, γιατί ξέρετε είναι Σάββατο απόγευμα κι έχω πολλές δουλειές να κάνω. Πάντως σε κάθε περίπτωση δε νομίζω να μπορώ να σας βοηθήσω. Και δεν μου είπατε ποιος είναι τέλος πάντων.
– Το αφεντικό μου δεν μπορεί ούτε ένα βήμα να κάνει. Με το ζόρι ανασαίνει. Το μυαλό του από την άλλη είναι ακμαιότατο και νιώθει φυλακισμένος μέσα στο σώμα του που δεν του προσφέρει τίποτα παρά μόνο δυστυχία.
– Και;
– Και θέλει να απαλλαγεί από αυτό.
– Πώς να απαλλαγεί κύριε Γρηγορίου, τι είναι αυτά που μου λέτε; έκανε φανερά εκνευρισμένος.
– Να τον απαλλάξετε από τα επίγεια γιατρέ μου, είπε κοφτά.

Για μερικά δευτερόλεπτα τον κοιτούσε άφωνος. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν αληθινά όλα αυτά που άκουσε. Κάποιος άγνωστος του ζητούσε ούτε λίγο ούτε πολύ να σκοτώσει έναν συνάνθρωπό του. Ταράχτηκε κι άρχισε να ιδρώνει. Ακούμπησε τα χέρια του με δύναμη πάνω στο γραφείο του και σηκώθηκε μονομιάς. Η καρέκλα έφυγε πίσω του κι έπεσε με δύναμη στον τοίχο από την απότομη κίνησή του. Τον κοίταξε αυστηρά και προσπάθησε να συνέρθει από το σοκ.

– Σας παρακαλώ περάστε έξω από το γραφείο μου αμέσως. Θα ξεχάσω το γεγονός ότι συναντηθήκαμε και δε θα καλέσω την αστυνομία. Φύγετε αμέσως… Το χέρι του τεντωμένο έδειχνε προς την πόρτα.
– Καλώς κύριε Αθανασίου, θα φύγω. Συγνώμη αν σας αναστάτωσα, αλλά, όπως πολύ καλά καταλαβαίνετε, γι’ αυτά τα πράγματα δεν υπάρχει απλός τρόπος να τα πεις…
– Σας παρακαλώ πηγαίνετε. Το χέρι του εξακολουθούσε να δείχνει προς την έξοδο.
– Φεύγω γιατρέ, αλλά πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου ήθελα να σας παρακαλέσω να διαβάσετε αυτή την επιστολή. Έβγαλε από το σακάκι του ένα σφραγισμένο φάκελο και τον ακούμπησε στο γραφείο του.
– Σας παρακαλώ, φώναξε ο γιατρός, πάρτε αυτό το φάκελο μαζί σας, δεν έχω να διαβάσω τίποτα.
– Θα τον αφήσω γιατρέ κι αν δε θέλετε να τον ανοίξετε απλώς πετάξτε τον στο καλάθι των αχρήστων. Καλό σας απόγευμα και συγνώμη για την ταραχή που σας προκάλεσα…

Η πόρτα έκλεισε ερμητικά αφήνοντας το γιατρό με τα χέρια τεντωμένα πάνω στο γραφείο του. Νόμισε για μια στιγμή ότι είχε ξεχάσει να πάρει ανάσα τα τελευταία πέντε λεπτά και τράβηξε μια γερή δόση οξυγόνου για να γεμίσει τα πνευμόνια του. Έπιασε την καρέκλα κι έπεσε πάνω της σε μια λυτρωτική κίνηση. Άλλο πάλι και τούτο σκέφτηκε, να δω τι άλλο θα ακούσω σε τούτη τη ζωή. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο φάκελο. Τον κοιτούσε χωρίς να τολμήσει ούτε καν να απλώσει το χέρι για να τον πάρει. Δεν πρόκειται να τον ανοίξω, δε με νοιάζει ότι κι αν γράφει…



Ο Απόστολος Λιανός ήταν ο βασιλιάς του χάλυβα. Τα εργοστάσιά του σ’ ολόκληρο τον κόσμο δούλευαν νύχτα μέρα ασταμάτητα κι εφοδίαζαν την παγκόσμια αγορά με όλων των ειδών τα προϊόντα. Από καρφίτσες μέχρι σκελετούς πλοίων. Είχε ξεκινήσει από μια μάντρα ανακύκλωσης παλαιών σιδήρων που κληρονόμησε από τον πατέρα του στην Αμερική και έφτασε να διαφεντεύει πολλά εργοστάσια κι άλλες τόσες επιχειρήσεις. Ο κατάλογος των πελατών του ήταν ατελείωτος, από αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι ναυπηγεία κι από καταστήματα λιανικής μέχρι κατασκευαστικές εταιρείες. Είχε επεκτείνει τις δραστηριότητες του και σε άλλους τομείς και δαιμόνιος και δραστήριος όπως ήταν η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη.
Μια δεκαετία πριν ήταν στο απόγειο της δόξας του. Τίποτα δε φαινόταν ότι ήταν ικανό να ανακόψει την ανοδική του πορεία, οι εταιρείες του ήταν εύρωστες και χωρίς προβλήματα. Το προσωπικό του τον λάτρευε και έδινε την ψυχή του για εκείνον, αφού κι αυτός τους θεωρούσε οικογένειά του. Κάποια στιγμή όμως, διαπίστωσε ότι οι αντοχές του λιγόστευαν. Σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισε να μην μπορεί να ανταπεξέρθει στις απαιτήσεις της δουλειάς του, κουραζόταν πολύ εύκολα και ένιωθε ότι δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Στην αρχή υπέθεσε ότι απλώς χρειαζόταν ξεκούραση κι αποφάσισε να κάνει μερικές μέρες διακοπές. Όμως το πρόβλημα δε φαινόταν να αμβλύνεται, το αντίθετο μάλιστα. Οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια των νεφρών του. Για αρκετά χρόνια πάλεψε και κατάφερε να μην επιδεινωθεί η κατάστασή του, αλλά η μοίρα στάθηκε σκληρή απέναντί του και πριν καλά καλά το καταλάβει ήρθε και η σειρά κι άλλων οργάνων που άρχισαν να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο. Ιδιοπάθεια του είπαν χωρίς να του δώσουν καμία άλλη εξήγηση. Στην αρχή δεν πτοήθηκε αλλά μετά ήρθε η χαριστική βολή, αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αποτέλεσμα του καλύτερου συντρόφου του όπως έλεγε, του τσιγάρου. Στην είδηση της νέας ασθένειας, παρά τον πειθαρχημένο χαρακτήρα του, κατέρρευσε. Άρχισε να συμβουλεύεται τους καλύτερους γιατρούς, αλλά δυστυχώς και μια σειρά άλλων προβλημάτων που διαπιστώθηκαν δεν του άφηνε πολλά περιθώρια. Απομονώθηκε στο εξοχικό του πάνω στο βουνό, όπου η ξηρή και καθαρή ατμόσφαιρα έκαναν την ασθένειά του πιο ήπια.

Ο φάκελος περίμενε αδιάφορα πάνω στο γραφείο. Είχε μαγνητίσει το βλέμμα του γιατρού εδώ και κάμποση ώρα. Με μια κίνηση τον έπιασε και τον πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Σηκώθηκε κι κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αλλά πριν την ανοίξει κοντοστάθηκε. Γύρισε πίσω και τον πήρε στα χέρια. Τον άνοιξε κι άρχισε να διαβάζει το χειρόγραφο σημείωμα:

“Αγαπητέ κύριε Αθανασίου,

Επιτρέψτε μου πρώτα απ’ όλα να συστηθώ. Ονομάζομαι Απόστολος Λιανός και είμαι επιχειρηματίας. Ο βοηθός μου επιμελώς θα φρόντισε να μη σας αποκαλύψει την ταυτότητά μου διότι ενεργούσε με δική μου εντολή και σας ζητώ να με συγχωρήσετε γι’ αυτό.
Προφανώς η συζήτηση που είχατε με τον άνθρωπό μου σας αναστάτωσε. Καταλαβαίνω ότι αυτό που σας ζήτησε δεν είναι ένα απλό καθημερινό πράγμα και είναι έξω και πέρα από τη λογική σας. Γνωρίζω ότι σίγουρα δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή σκέψη από μέρους σας να αποδεχτείτε την πρόταση που σας έγινε και δε σας κατηγορώ καθόλου γι’ αυτό. Διότι πέρα από τη νομική πλευρά του ζητήματος υπάρχει και η ηθική και βεβαίως ο όρκος που δώσατε στον Ιπποκράτη.
Κύριε Αθανασίου, σκοπός μου δεν ήταν να ταράξω την ηρεμία σας, κάθε άλλο μάλιστα. Θέλω να σας ζητήσω ειλικρινά από τα βάθη της ψυχής μου, όση περίσσεψε από δαύτη, ένα μεγάλο συγνώμη και ταυτόχρονα να κάνω μια επίκληση στην ανθρωπιά σας και να σας παρακαλέσω να κανονίσετε το πρόγραμμά σας ώστε να διαθέσετε λίγο χρόνο για μια συνάντηση μαζί μου. Αν αποδεχτείτε την πρότασή μου, παρακαλώ να επικοινωνήσετε με τον κύριο Γρηγορίου στο τηλέφωνο 69………

Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Με τιμή

Απόστολος Λιανός”


Έμεινε αποσβολωμένος να κοιτάζει την επιστολή. Ο Απόστολος Λιανός ήταν πασίγνωστος επιχειρηματίας, από τους πιο ισχυρούς κι ακριβοθώρητους κι από ότι φαινόταν είχε την ανάγκη του εκείνη τη στιγμή. Παραξενεύτηκε, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε απευθυνθεί σ’ εκείνον, από τη στιγμή που θα μπορούσε να βρει την αφρόκρεμα των γιατρών όλου του κόσμου. Η περιέργεια άρχισε να φουντώνει μέσα του. Δίπλωσε τη επιστολή και την έβαλε στην τσέπη του. Έκλεισε την πόρτα του γραφείου και προχώρησε στο μακρύ διάδρομο σχεδόν μηχανικά, βυθισμένος στις σκέψεις του.



Τρία χρόνια πριν, ο γιατρός ήταν ένας από τους ομιλητές του διεθνούς ιατρικού συνεδρίου που μεταξύ των άλλων είχε και αναφορά στο θέμα της ευθανασίας. Ένθερμος υποστηρικτής της άποψης ότι είναι ενάντια στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης αλλά και της ηθικής, είχε εκφωνήσει ένα πύρινο λόγο στον οποίο αφενός ανέλυε τα επιχειρήματά του κι αφετέρου είχε στραφεί ενάντια σε όσους είχαν αντίθετη άποψη. Έγινε το σύμβολο κατά της ευθανασίας και αρκετοί συνάδερφοι του που συμμεριζόταν την ίδια άποψη μ’ εκείνον έγιναν υποστηρικτές του. Έκτοτε, είχε δημοσιεύσει αρκετές μελέτες και άρθρα στον τύπο για το ζήτημα και είχε γίνει γνωστός και στο ευρύ κοινό για τις πεποιθήσεις του.



2ο Μέρος
Η συνάντηση

Το τρένο άνοιξε τις πόρτες του κι ο κόσμος βιαστικά άρχισε να κατεβαίνει από τα στενά σκαλοπάτια. Η αναταραχή δε φάνηκε να τον επηρεάζει. Καθόταν στο κάθισμα και κοιτούσε από το παράθυρο τη δεντροστοιχία απέναντι από το σταθμό. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν θα κατέβαινε ή όχι, δεν ήξερε αν ήθελε ή όχι να συναντηθεί με το Λιανό. Όλη αυτή η υπόθεση ήταν πρωτόγνωρη, ένας εφιάλτης που ήρθε απρόσκλητος στη ζωή του και που κανονικά θα έπρεπε να τον έχει απορρίψει αμέσως. Η προσωπικότητα όμως του Λιανού, ενός ανθρώπου που η οξυδέρκειά του τον είχε οδηγήσει στις μεγαλύτερες επιτυχίες, τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα. Ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να αποζητά κάτι τέτοιο; σκεφτόταν διαρκώς. Σίγουρα δεν είναι κάποιος τυχαίος και σίγουρα έχει ρωτήσει τους πάντες κι έχει ψάξει τα πάντα. Γιατί εμένα; Αφού είναι γνωστές οι θέσεις μου για το ζήτημα, αφού είμαι αντίθετος σε τέτοιες πρακτικές… Το ανεπαίσθητο κούνημα των δέντρων έμοιαζε σα σαγηνευτικός χορός. Οι κορυφές τους θαρρείς χάιδευαν ηδονικά τον ορίζοντα που χανόταν πίσω τους. Μέσα στο βαγόνι επικράτησε ησυχία για μερικές στιγμές, είχαν κατέβει όλοι κι οι επόμενοι επιβάτες δεν είχαν αρχίσει ακόμα να ανεβαίνουν.
Με μια απότομη κίνηση, το τρένο πίσω του άρχισε να κινείται αργά. Έμεινε ακίνητος να κοιτάζει το πέτρινο κτίριο του σταθμού χωρίς να μπορεί να πιστέψει ότι τελικά ενέδωσε στον πειρασμό και κατέβηκε. Ο Νίκος, που προς στιγμή νόμισε ότι δεν είχε έρθει, έλιωσε με το παπούτσι του το μισοτελειωμένο τσιγάρο. Ξεφύσηξε κλείνοντας τα μάτια και στρέφοντας στιγμιαία το κεφάλι του προς τον ουρανό προχώρησε ανακουφισμένος με αργά και μικρά βήματα προς το μέρος του γιατρού. Μερικές στιγμές αργότερα το μεγάλο κόκκινο τζιπ ανηφόριζε προς το μικρό χωριό στην πλαγιά του βουνού.



Δυο μέρες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο γιατρός κάλεσε το νούμερο που είχε σημειώσει ο Λιανός στην επιστολή του. Απάντησε ο Νίκος.
– Παρακαλώ;
– Ο γιατρός είμαι.
– Καλημέρα γιατρέ, πως είστε;
– Μπορείτε να μου πείτε τι ακριβώς θέλετε από μένα; Και γιατί ειδικά εμένα κι όχι κάποιον άλλο;
– Γιατρέ, νομίζω πως αυτό θα σας το πει το αφεντικό μου.
– Ο κύριος Λιανός μου έδωσε το τηλέφωνό σας…, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή του.
– Σας το έδωσε αν συμφωνείτε να κάνετε μια συνάντηση μαζί του. Λοιπόν;
– Τι λοιπόν;
– Για ποιο λόγο θέλει να συναντηθούμε;
– Πάντως όχι γι’ αυτό που φαντάζεστε. Απλώς θέλει να μιλήσει μαζί σας, νομίζω θέλει τη συμβουλή σας.
– Γιατί πράγμα; Αυτό δεν το γνωρίζω.
– Κι αν υποθέσουμε ότι δέχομαι να συναντηθώ μαζί του γιατί να μη μιλήσω απευθείας με τον ίδιο και μιλώ με σας κύριε Γρηγορίου;
– Για να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες.
– Δηλαδή;
– Πείτε μου πρώτα, συμφωνείτε;

Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί. Τον βασάνιζε η πρόταση του Λιανού. Δεν ήταν τυχαία προσωπικότητα και η περιέργεια τον είχε αναστατώσει. Στην αρχή προσπάθησε να μην ενδώσει αλλά μετά σκέφτηκε ότι μια απλή συνάντηση δε θα ήταν κάτι κακό, ίσως του δινόταν η ευκαιρία να τον μεταπείσει και να μην κάνει κακό στον εαυτό του. Θα ήταν άλλωστε μια έμπρακτη εφαρμογή όλων όσων υποστήριζε όλα αυτά τα χρόνια. Η αποτροπή της απώλειας μιας ζωής ήταν καθήκον του, σκέφτηκε. Κι εκεί που το αποφάσισε ότι θα δεχόταν τη συνάντηση και θα βοηθούσε το συνάνθρωπό του που τον είχε ανάγκη, κάτι μέσα του τον απέτρεπε. Δεν ήθελε να μπλέξει κάπου που δεν ήξερε τα κίνητρα και το αποτέλεσμα…

– Συμφωνώ κύριε Γρηγορίου, συμφωνώ.
– Ωραία, λοιπόν ακούστε με προσεκτικά. Για λόγους που θα σας εξηγήσουμε από κοντά, θα πάρετε το τρένο…



Το αρχοντικό δέσποζε στην άκρη του χωριού. Λιτό, αλλά μεγαλοπρεπές, χτισμένο με πέτρα ταίριαζε με το φυσικό περιβάλλον γύρω του. Χωρίς καμία υπερβολή, η σύγχρονη τεχνική πάντρευε την παλιά τέχνη με την αρμονία. Δίπατο, με ένα μόνο μικρό μπαλκόνι στη μέση του πάνω ορόφου. Τα ψηλά παραθυρόφυλλα, ορθάνοιχτα όπως ήταν, έμοιαζαν να αγκαλιάζουν στοργικά το κτίριο και η μεγάλη ξύλινη δίφυλλη εξώπορτα έδινε την αίσθηση της παλιάς εποχής χωρίς τις σύγχρονες ευκολίες.
Το τζιπ σταμάτησε στον περιποιημένο αυλόγυρο. Φτάσαμε, είπε μονολεκτικά ο Νίκος και με μια γρήγορη κίνηση βρέθηκε έξω από το αυτοκίνητο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω του. Λίγα λεπτά μετά, ο γιατρός βρέθηκε στο σαλόνι του πάνω ορόφου, χαζεύοντας τα έργα τέχνης που στόλιζαν τους τοίχους. Τίποτα απ’ έξω δεν πρόδιδε την πολυτέλεια που συναντούσε ο επισκέπτης στο εσωτερικό του σπιτιού. Υπερβολές δεν υπήρχαν, αλλά οι λεπτομέρειες πρόδιδαν το γούστο και τη φινέτσα του οικοδεσπότη. Ο διάκοσμος ήταν απέριττος αλλά προσεγμένος, τα έπιπλα  νεοκλασικά με μια γερή δόση σκαλισμάτων κι άλλων περίτεχνων λεπτομερειών που σκλάβωναν το μάτι. Και στο βάθος μια μεγάλη εντοιχισμένη βιβλιοθήκη από σκούρο ξύλο, φορτωμένη με πολλές σελίδες γνώσης και ιστορίας. Τη σιωπή διέκοψε η φωνή του Νίκου.

– Γιατρέ…

Γύρισε απότομα και αντίκρισε τον Λιανό πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι που έσπρωχνε σιγά σιγά ο Νίκος. Ένα μικρό σωληνάκι διέσχιζε το πρόσωπο του ασθενή από τη μια άκρη στην άλλη και μετέφερε το πολύτιμο οξυγόνο στα ρουθούνια του. Τα πλούσια γκρίζα του μαλλιά ήταν περιποιημένα και γυαλιστερά, δεν πρόδιδαν την ασθένειά του. Ούτε και το διαπεραστικό βλέμμα του που καρφώθηκε πάνω του διερευνητικά. Ο Λιανός σήκωσε αργά το χέρι του προς το γιατρό.

– Απόστολος Λιανός, είπε με  τρεμάμενη φωνή.
– Σας γνωρίζω, απάντησε ο γιατρός σφίγγοντάς του το χέρι. Αθανασίου…
– Κι εγώ σας γνωρίζω γιατρέ, καθίστε…

Βολεύτηκε στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο και για μια στιγμή παρατήρησε τις δαντελένιες κουρτίνες που έκρυβαν τη θέα. Ο ασθενής έκανε νόημα στο Νίκο να τον μεταφέρει δίπλα στο γιατρό.

– Λοιπόν γιατρέ, τι θα σας κεράσω; είπε κι ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του.
– Ένα ποτήρι νερό είναι αρκετό, απάντησε.
– Βεβαίως, είπε κοιτώντας με νόημα το Νίκο που χάθηκε αμέσως πίσω από τη μεγάλη πόρτα. Θα αναρωτιέστε βέβαια γιατί σας κάλεσα, είπε χαμηλόφωνα. Δεν μπορούσε να μιλήσει δυνατά, δεν τον βοηθούσε η κατάστασή του.
– Κοιτάξτε, είπε ο γιατρός, η αλήθεια είναι ότι η συνάντηση με τον βοηθό σας ήταν λίγο περίεργη, μου ζήτησε κάποια πράγματα που είναι πέρα και έξω από την ηθική μου … και τα πιστεύω μου. Όμως, η περιέργειά μου ήταν αυτή που με οδήγησε εδώ. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως ένας άνθρωπος της δικής σας στάθμης θα ήθελε σοβαρά κάτι τέτοιο. Εσείς έχετε ξεπεράσει τόσες δυσκολίες κι έχετε κατακτήσει όλο τον κόσμο…
– Μη…, μη συνεχίζετε έκανε σηκώνοντας διστακτικά το χέρι του για να τον σταματήσει. Τι κι αν κατάκτησα τα πάντα; Τι κι αν έφτιαξα όλες αυτές τις επιχειρήσεις; Παιδιά δεν έκανα για να τα αφήσω όλα αυτά πίσω, δεν είχα μυαλό. Το άφηνα όλο για μετά, για αύριο. Κι ήρθε το αύριο και είμαι σάπιος ολόκληρος μέσα μου. Ένα κουφάρι που μόλις και μετά βίας βαστά το μυαλό μου και λειτουργεί ακόμα… Σταμάτησε σηκώνοντας πάλι το χέρι δείχνοντας ότι θα συνεχίσει. Τον κοίταξε στα μάτια και προσπάθησε να γεμίσει ότι είχε μείνει από τα πνευμόνια του με οξυγόνο. Κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι του σαν να του έλεγε «Ναι, εγώ είμαι, ο πανίσχυρος Λιανός, που τώρα πια δεν μπορεί ούτε να ανασάνει.»
– Είστε καλά;
– Καλά, καλά … να πάρω μιαν ανάσα μόνο… Ξέρετε γιατρέ μου, η μεγαλύτερη φυλακή είναι να έχεις ένα μυαλό που λειτουργεί σ’ ένα σάπιο κορμί που … που δεν μπορεί ούτε να περπατήσει … ούτε ένα βήμα δεν μπορώ να κάνω…

Η φιάλη με το οξυγόνο που ήταν στερεωμένη πίσω από το καρότσι του παρείχε το πολύτιμο οξυγόνο. Χωρίς αυτή θα ήταν τελειωμένος, δε θα μπορούσε να γεμίσει το αίμα του με ζωή, θα χανόταν. Η μεγάλη πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Νίκος μεταφέροντας το δίσκο με το δροσερό νερό του χωριού.


3ο Μέρος
Το δίλημμα

Η νύχτα άρχισε να κάνει δειλά την εμφάνισή της. Από το παράθυρο δύσκολα διακρινόταν πια η κορυφογραμμή απέναντι. Την πολύτιμη ησυχία διέκοπτε μόνο ο ήχος του οξυγόνου που διέσχιζε το διάφανο σωληνάκι για να καταλήξει στα πνευμόνια του Λιανού.

– Λοιπόν γιατρέ, σας κάλεσα εδώ όχι γι’ αυτό που φαντάζεστε.
– Δηλαδή;
– Δηλαδή δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας και βεβαίως δε θέλω να πεθάνω.
– Μα, ο βοηθός σας…
– Ξέρω, ξέρω. Ο βοηθός μου, ο καλός μου ο Νίκος ήταν λίγο απότομος. Ενώ είναι καλός με ότι καταπιάνεται φοβάμαι ότι δεν είναι καλός με τα λόγια, είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Σταμάτησε για να ρουφήξει λίγο οξυγόνο και συνέχισε. Σας οφείλω και μιαν εξήγηση.
– Εξήγηση;
– Για το τρένο. Ξέρετε, στο δικό μου κόσμο πρέπει να φυλαγόμαστε. Εχθροί και φίλοι θέλουν να βλέπουν …, την αποτυχία, αυτό θέλουν να βλέπουν, σαν τους γύπες, διψάνε για αίμα…
– Κι εγώ τι σχέση μπορεί να έχω;
– Προσπαθώ να διασφαλίσω ότι δε θα διαρρεύσει η κατάστασή μου. Πρέπει να διαφυλάξω όλους αυτούς που εργάζονται για μένα. Μια κακή είδηση στο δικό μου το σινάφι είναι ικανή να κλείσει ολόκληρες επιχειρήσεις. Ξέρετε πως δουλεύει το σύστημα… Μέσα στο τρένο ήταν δικοί μου άνθρωποι που εξασφάλισαν ότι, ξέρετε, δεν σας ακολούθησαν. Να με συγχωρείτε γι’ αυτό.
– Μα, δεν μπορώ να καταλάβω…
– Έχουν μάτια κι αυτιά παντού γιατρέ μου…

Γύρισε προς το Νίκο και ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Αφού δροσίστηκε και πήρε μερικές ανάσες ακόμα, συνέχισε:

– Όπως σας είπα γιατρέ μου, δε θέλω να πεθάνω, να ζήσω θέλω. Άλλωστε, αν είχα πρόθεση να αυτοκτονήσω δε θα φώναζα εσάς εδώ αλλά κάποιον άλλο. Ξέρω τις πεποιθήσεις σας και ξέρω ότι η ευθανασία είναι κάτι που δε σας βρίσκει σύμφωνο.
– Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σας κύριε Λιανέ;
– Μα το αυτονόητο. Απλώς να με βοηθήσετε να ζήσω.
– Πως; Δεν είναι μέσα στις δυνατότητές μου, δεν έχω την κατάλληλη ειδικότητα, απάντησε ο γιατρός γεμάτος απορία.
– Κοιτάξτε να δείτε γιατρέ μου, το σώμα μου είναι καταδικασμένο να χαθεί. Έχει ήδη αρχίσει να αποσυντίθεται και δεν υπάρχει δρόμος για να γυρίσω πίσω.
– Τότε;
– Η επιστήμη σας  γιατρέ μου μπορεί να με βοηθήσει.
– Μα πως;
– Σε έξι μήνες το πολύ τούτος ο κόσμος θα είναι παρελθόν για μένα. Έχω τακτοποιήσει όλες μου τις εκκρεμότητες και μου μένει τώρα πια ένα μόνο πράγμα. Να ζήσω την τελευταία μου στιγμή.
– Δηλαδή; Δεν σας καταλαβαίνω, νομίζω ότι μιλάτε με γρίφους, απάντησε ο γιατρός.
– Δε θέλω πρώτα απ’ όλα να πεθάνω μέσα στον πόνο. Και δε θέλω να μου δώσουν φάρμακα και να κοιμάμαι για μέρες πριν αφήσω την τελευταία μου πνοή.
– Τότε, πως; ψέλλισε γεμάτος αμηχανία ο γιατρός.
– Μη φοβάστε γιατρέ μου, απάντησε ο Λιανός διαβάζοντας στα μάτια τη δύσκολη θέση του. Απλώς θέλω να καταλαβαίνω, να έχω αισθήσεις τη στιγμή του θανάτου μου. Θέλω αν είναι δυνατόν να τον ζήσω. Τι λέτε γίνεται αυτό;
– Τι πράγμα, για να καταλάβω δηλαδή, θέλετε να ζήσετε τη στιγμή που θα έρθει ο θάνατος;
– Ακριβώς.
– Μα πως είναι δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο; Πως είναι δυνατόν να βιώσετε το θάνατό σας κύριε Λιανέ;
– Όλη τη ζωή μου την αντιμετώπισα κοιτάζοντας κατάματα τις καταστάσεις. Τίποτα δεν άφησα στην τύχη. Ούτε και τώρα θέλω να αφήσω στην τύχη το χαμό μου. Αν με πάνε στο νοσοκομείο θα με ναρκώσουν και θα περιμένουν να σταματήσει να λειτουργεί η καρδιά μου. Εγώ θέλω να σταματήσετε εσείς την καρδιά μου, λίγο λίγο, ελεγχόμενα. Για να μου δώσετε το χρόνο όσο θα φεύγω να αντικρύσω το θάνατο, να τον κοιτάξω και να του γυρίσω την πλάτη. Θέλω να καταλάβει ότι τον αγνοώ, παρόλο που στο τέλος αυτός θα κερδίσει. Θέλω να μάθω έστω και για μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου πως είναι ο θάνατος. Και μετά ας χαθώ… Θέλω να νιώσω την τελευταία στιγμή…

Λαχάνιασε. Άρχισε να ανασαίνει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δύσκολα. Έφερε το χέρι του στο ζωηφόρο σωληνάκι μπροστά από τα ρουθούνια του. Ο γιατρός νόμισε ότι τον άκουσε να το λέει “καταραμένο”, αλλά μάλλον δεν είχε ακούσει καλά. Έκανε να σηκωθεί από την πολυθρόνα για να τον βοηθήσει αλλά εκείνος του έγνεψε αρνητικά. Τις επόμενες στιγμές επικράτησε σιωπή. Στο μυαλό του γιατρού γυρνόφερνε η επιθυμία του Λιανού. Ήθελε να τον βοηθήσει να πεθάνει σιγά σιγά για να ζήσει την τελευταία του στιγμή! Ο Απόστολος Λιανός, σκέφτηκε ο γιατρός, νομίζει πως ο θάνατος είναι όπως οι επιχειρήσεις του και θέλει να έχει τον έλεγχό του. Τι υπεροψία σκέφτηκε…

– Γιατρέ …, λοιπόν…, θα με … βοηθήσετε…, είπε με τρεμάμενη φωνή.
– Δεν είναι δυνατόν κύριε Λιανέ να γίνει αυτό που ζητάτε. Κανείς δεν μπορεί να βιώσει το θάνατό του. Είναι υπερβολικό, αδύνατο, δε γίνεται…
– Μα, μα εσείς είστε νευρολόγος… Σιγά σιγά θα με διώξετε… Λίγο λίγο…
– Δε γίνεται, σας το ξαναείπα…
– Γίνεται, απάντησε. Σας ζητώ να με βοηθήσετε να ζήσω με αξιοπρέπεια κι όχι να χαθώ σ’ ένα κόσμο ονειρικό και να πεθάνω μ’ ένα θάνατο σαν των αρρώστων τους θανάτους… Πριν αρχίσει να δηλητηριάζεται και ο εγκέφαλός μου… Πριν μείνω στον κόσμο χωρίς αισθήσεις…
– Μου ζητάτε να κάνω κάτι που είναι ηθικώς κολάσιμο και παράνομο.
– Γιατί να είναι κολάσιμο, αφού έτσι κι αλλιώς θα οδηγηθώ σ’ ένα θάνατο επώδυνο και φρικτό. Η αξιοπρέπεια είναι κάτι κακό, κάτι παράνομο;
– Πρώτα απ’ όλα αντιβαίνει στον όρκο του Ιπποκράτη, δεν μπορεί ένας γιατρός να οδηγήσει στο θάνατο έναν ασθενή. Είναι κάτι που αντιβαίνει και στους κανόνες της φύσης.
– Στη φύση αντιβαίνει να παραπαίω πονώντας γιατρέ μου και να  εκλιπαρώ να τελειώσω, αν έχω τις αισθήσεις μου. Αλλά κι αν ακόμα δεν τις έχω, πάλι αντιβαίνει γιατί θα έχει ζωή ένα κουφάρι χωρίς συνείδηση. Χωρίς ψυχή.
– Μα τι είναι αυτά που λέτε, είστε σίγουρος ότι αύριο δεν θα βρεθεί μια θεραπεία για την περίπτωσή σας και να καταφέρετε να ζήσετε πολλά χρόνια ακόμα;
– Γιατρέ μου, ξέρετε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Η πορεία που έχω πάρει είναι μη αναστρέψιμη και το μόνο που μου έχει απομείνει είναι η αξιοπρέπειά μου. Το μυαλό μου συνεχίζει να λειτουργεί πολύ καλά παρά τα προβλήματα. Αφού ακόμα και τώρα τις δουλειές μου μπορώ να τις κουμαντάρω από ‘δω που βρίσκομαι. Όμως έχω αρχίσει να μην είμαι καλά, το καταλαβαίνω, η αντίστροφη μέτρηση τελειώνει… Γι’ αυτό λοιπόν σας ζητώ να με βοηθήσετε να μη φτάσω σε μια άθλια κατάσταση που δε θα μπορώ να ελέγχω πια τίποτα. Δε θέλω να καταντήσω ένα φυτό, μια μάζα που δε θα θυμίζει σε τίποτα ότι υπήρξα κάποτε άνθρωπος. Απλώς σας ζητώ να με απαλλάξετε από τη φυλακή που βρίσκομαι, τώρα που είναι νωρίς ακόμα, και να μη χάσω τελείως την αξιοπρέπειά μου.
– Κύριε Λιανέ, έχετε διαλέξει το λάθος άνθρωπο. Γνωρίζετε βεβαίως τις πεποιθήσεις μου… Δεν μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάτε, νομίζω ότι το έχω ξαναπεί και σας το ξαναλέω. Ίσως πρέπει να  απευθυνθείτε σε κάποιον άλλον, απάντησε ο γιατρός κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του.
– Μα, γιατρέ, σας είπα, δε θέλω να αυτοκτονήσω. Αν ήθελα κάτι τέτοιο θα έβρισκα κάποιον άλλο και τώρα πια θα είχε τελειώσει η ιστορία. Θέλω να περάσω με όσο το δυνατόν περισσότερη αξιοπρέπεια το διάστημα ζωής που απομένει και μετά να φύγω. Όμως, η ζωή μου είναι πια λίγη. Η αξιοπρεπής ζωή.
– Κύριε Λιανέ, μιλάτε υπό την επίδραση της ασθένειάς σας, πιθανόν και των φαρμάκων που παίρνετε, και βεβαίως τα λόγια σας δεν μπορεί να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Είναι κατανοητό κι ανθρώπινο, το καταλαβαίνω, αλλά λυπάμαι, δεν μπορώ να τα λάβω σοβαρά υπόψη. Και νομίζω ότι και κανείς άλλος δεν μπορεί να τα λάβει σοβαρά…
– Δηλαδή ο ασθενής, ο κάθε ασθενής, δεν μπορεί να μιλάει σοβαρά γιατί πονάει κι αγωνιά. Αυτό θέλετε να μου πείτε;
– Δεν είναι βεβαίως όλοι οι ασθενείς το ίδιο…
– Οι ετοιμοθάνατοι όμως, σύμφωνα με το σκεπτικό σας, έχουν χάσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ή κάνω λάθος;
– Κοιτάξτε, το ζήτημα είναι περίπλοκο.
– Όχι γιατρέ μου, κάνετε λάθος. Είναι πολύ απλό. Όταν υπάρχει ελπίδα για τη σωτηρία τότε βεβαίως και πρέπει να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια, τότε αξίζει η προσμονή και η προσπάθεια. Σε περιπτώσεις όμως όπως η δικιά μου, που δε δουλεύει τίποτα σωστά μέσα μου και που ούτε καν ένα θαύμα δεν μπορεί να με σώσει, τότε γιατί να μην υπάρχει η επιλογή της εθελούσιας αποχώρησης με αξιοπρέπεια; Μέχρι που πρέπει να φτάσει ο άρρωστος για να αποφασίσετε εσείς οι συνάδελφοι του Ιπποκράτη να δώσετε ένα τέλος;
– Μα ακριβώς αυτό είναι το ζητούμενο. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να αποφασίσει για το θάνατο ενός άλλου ανθρώπου. Είναι δολοφονία.
– Μα πως; Αφού έχετε τη συγκατάθεση του ασθενή…
– Η συγκατάθεση αυτή όμως δόθηκε υπό το καθεστώς της αρρώστιας και του πόνου σας εξηγώ. Είναι η αντίδραση του ανθρώπου για την αποφυγή του πόνου και της αγωνίας.
– Και δεν είναι σωστή αυτή η αντίδραση;
– Βεβαίως και δεν είναι. Έχει ληφθεί υπό το καθεστώς της πίεσης και ως τέτοια δεν μπορεί να την πάρει κανείς σοβαρά υπόψη, μη λέμε ξανά τα ίδια. Αντιθέτως, ο γιατρός οφείλει να απαλύνει τον πόνο και φροντίσει για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής του ασθενή.
– Ζωή είναι αυτή; Έχετε ποτέ έρθει στη θέση του ασθενή; Γνωρίζετε πως είναι να ξέρει κανείς ότι αύριο θα πεθάνει; Και μάλιστα χωρίς αξιοπρέπεια;
– Ζωή είναι, βεβαίως… Είναι ζωή. Ποτέ δεν ξέρεις ποια θα είναι η εξέλιξη. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που ανένηψαν χωρίς να το περιμένει κανείς.
– Και πόσες πιθανότητες δίνετε γιατρέ μου σε ‘μένα να γίνω καλά;
– Τι να σας πω;… Με φέρνετε σε δύσκολη θέση…
– Γιατί σας φέρνω σε δύσκολη θέση;
– Γιατί… νομίζω καταλαβαίνετε το γιατί…
– Ναι, η αλήθεια είναι ότι το καταλαβαίνω. Είναι γιατί δεν μπορείτε να εκστομίσετε αυτό που σκέφτεστε. Ότι δηλαδή δεν έχω καμία ελπίδα.
– Δεν είναι έτσι…
– Και πως είναι;
– …
– Γιατί δεν προσπαθείτε να με ακούσετε;
– Τι να ακούσω; Να σας οδηγήσω στο θάνατο;
– Όχι. Να με οδηγήσετε στη ζωή.
– Άντε πάλι, τι είναι αυτά που λέτε κύριε Λιανέ;
– Θέλω να ζήσω αξιοπρεπώς. Κι επειδή η αξιοπρέπειά μου θα χαθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θέλω να φύγω κι αξιοπρεπώς. Χωρίς αγωνία.
– Δηλαδή μου ζητάτε να σας οδηγήσω στο θάνατο.
– Όχι. Θέλω να με κρατήσετε στη ζωή μέχρι την τελευταία μου στιγμή. Θέλω να αντικρίσω το θάνατο. Να του χαμογελάσω και μετά να χαθώ.
– Και μετά να πεθάνετε. Αυτό θέλετε. Να πεθάνετε πριν την ώρα σας.
– Όχι βέβαια. Θέλω να πεθάνω στην ώρα μου. Όχι μετά, όχι μίζερα, όχι χωρίς να καταλαβαίνω πια.

Άρχισε να βήχει, πνιγόταν κι ο αέρας δεν έφτανε για να δώσει ζωή στο κορμί του. Προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες, όσο πιο βαθιές μπορούσε. Η κόπωση τον είχε καταβάλει. Ζήτησε ευγενικά  συγνώμη κι αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. Ήδη είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη φυσική του αντοχή μιλώντας τόση ώρα με το γιατρό. Η επιθυμία του να φύγει από τη ζωή με αξιοπρέπεια υπερνίκησε την αδυναμία του. Κι αυτό το κατάλαβε καλά ο γιατρός, που προσπαθούσε να κατανοήσει τα λόγια του Λιανού. Μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν αντίθετος στην πρακτική της ευθανασίας, αλλά δεν είχε έρθει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητά της. Έβλεπε το πάθος του ασθενή να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του και βαθιά μέσα του γνώριζε πως δεν υπήρχε καμία ελπίδα για τη σωτηρία του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα θα άρχιζε η ραγδαία επιδείνωσή του η οποία κανείς δεν ήξερε πόσο θα διαρκούσε.


Το δείπνο τους περίμενε στην τραπεζαρία του κάτω ορόφου. Ο γιατρός με το Νίκο δε μίλησαν πολύ, αντάλλαξαν μονάχα λίγες κουβέντες και μετά αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. Ο γιατρός δεν μπορούσε να ησυχάσει. Είχε παρακολουθήσει μια αγωνιώδη προσπάθεια ενός ασθενούς να τον πείσει ότι η ζωή πρέπει να τερματίζεται όσο ακόμα υπάρχει αξιοπρέπεια. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Λιανός είχαν μια στερεή βάση. Το πιθανότερο σενάριο είναι να πέσει κάποια στιγμή, σύντομα μάλλον, σε κώμα και κανείς δεν ξέρει πόσο θα μείνει σ’ αυτή την κατάσταση. Η επιδείνωση θα αρχίσει να τον κυριεύει μέρα με τη μέρα μέχρι να καταλήξει, χωρίς όμως να έχει συνείδηση της κατάστασής του. Ίσως είναι καλύτερα έτσι, σκέφτηκε, να φύγει χωρίς πόνο. Από την άλλη, αυτή η περηφάνια του επιχειρηματία τον έκανε να έχει κάποιους δισταγμούς. Του ζητούσε να τελειώσει το μαρτύριό του τώρα που ακόμα διατηρούσε κάποια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Πόσες φορές την ανάφερε αυτή τη λέξη, αναρωτήθηκε. Και πάντα τον προσφωνούσε «γιατρέ μου», αυτό το κτητικό τον έκανε να αισθάνεται άβολα. Θαρρείς κι εξαρτιόταν από εκείνον, σα το μικρό παιδί που προσκολλάται στον πατέρα του όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες. Για πρώτη φορά στη ζωή και την καριέρα του άρχισε να έχει δεύτερες σκέψεις. Είδε έναν αξιόλογο άνθρωπο που το μόνο που ζητούσε ήταν να φύγει όσο έχει ακόμα τις αισθήσεις του. Που ήταν το παράλογο; Οι σκέψεις του τον βασάνισαν μέχρι αργά, δυσκολεύοντας τον ύπνο να τον οδηγήσει στη χώρα της λήθης.



4ο Μέρος
Η απόφαση

Η επόμενη μέρα τους βρήκε από νωρίς το πρωί να συζητούν στο κατάμεστο με το φως του ήλιου σαλόνι. Πέρα από το παράθυρο, μέσα από τις δαντελένιες κουρτίνες, ξεχυνόταν το καταπράσινο τοπίο που έσφυζε από ζωή. Οι ήχοι της φύσης δεν μπορούσαν να διαπεράσουν τους χοντρούς πέτρινους τοίχους, αλλά όλο και κάποιο τιτίβισμα πουλιών ξεγλιστρούσε από το παράθυρο κι έφτανε να γεμίσει με ομορφιά το χώρο.

– Λοιπόν, γιατρέ μου, πως ήταν ο ύπνος σας;
– Καλός, αν εξαιρέσετε ότι η κουβέντα που είχαμε με αναστάτωσε.
– Οδηγηθήκατε σε κάποια απόφαση;
– Την απόφασή μου κύριε Λιανέ την έχω πάρει εδώ και αρκετό καιρό, νομίζω ήμουνα ξεκάθαρος από την αρχή. Μην περιμένετε από μένα κάτι περισσότερο πέρα από την κουβέντα που είχαμε.
– Το σέβομαι απόλυτα γιατρέ μου και οφείλω να σας ζητήσω ένα μεγάλο συγνώμη από τα βάθη της πονεμένης μου καρδιάς…
– Καλό θα ήταν να μην αρχίσουμε πάλι την ίδια κουβέντα. Η γνώμη μου είναι να απευθυνθείτε στους κατάλληλους γιατρούς. Αυτοί θα σας καθοδηγήσουν καλύτερα.
– Βεβαίως. Πάντως θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τον κόπο που κάνατε να έρθετε ως εδώ αφήνοντας τις δουλειές σας. Γνωρίζω πως δεν είναι κάτι εύκολο και δε θα το έκανε ο καθένας. Επίσης γνωρίζω ότι την κουβέντα που κάναμε δε θα την ξεχάσετε, θα σας συνοδεύει πάντα.
– Τι εννοείτε;
– Τίποτα ιδιαίτερο. Απλώς, γνωρίσατε κι από κοντά πως είναι να υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας.
– Δεν είναι έτσι.
– Πως είναι δηλαδή; Αφού σε λίγο καιρό θα ακούσετε στις ειδήσεις το νέο του θανάτου μου. Ξέρετε ότι δεν υπάρχει διαφυγή για μένα…

Επικράτησε σιωπή. Ο Λιανός είχε δίκιο για το γιατρό. Δεν είχε βρεθεί ποτέ τόσο κοντά σε άλλη παρόμοια περίπτωση. Συνήθως όλοι ο ασθενείς του τον παρακαλούσαν να κάνει ότι καλύτερο μπορούσε για να τους σώσει, ακόμα κι αν υπέφεραν, όσο κι αν πονούσαν. Όσο πιο δύσκολες ήταν οι περιπτώσεις που είχε αντιμετωπίσει τόσο περισσότερο δεχόταν πίεση από τους ασθενείς για να τους σώσει. Και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ενεργούσε ψυχρά, μηχανικά, δεν ανέπτυσσε κανένα ψυχικό δεσμό, ούτε καν το πιο απλό συναίσθημα οίκτου προς αυτούς τους ανθρώπους. Έπρεπε να ενεργεί έτσι για να διατηρεί την ψυχραιμία του και να λαμβάνει αποφάσεις ανεπηρέαστος. Τούτη η περίπτωση όμως ήταν διαφορετική. Ένας πανίσχυρος επιχειρηματίας τον αποκαλούσε όχι «γιατρέ» που είχε συνηθίσει να ακούει, αλλά «γιατρέ μου». Κι αυτό τον είχε κάνει πιο οικείο, είχε μικρύνει τις αποστάσεις. Άρχισε να δείχνει συμπόνια, άρχισε να τον λυπάται.

– Κύριε Λιανέ, σε λίγο θα αναχωρήσω. Ίσως πρέπει να σας συστήσω κάποιους καλούς μου συναδέρφους…
– Γιατρέ μου, αυτός που θα αναχωρήσει είμαι εγώ, εσείς απλώς θα επιστρέψετε στην καθημερινότητά σας. Και καλά θα κάνετε. Θα ζήσετε με την αξιοπρέπειά σας και θα περάσετε πολλά χρόνια δίπλα στους οικείους σας. Απλώς, καμιά φορά, όταν θυμόσαστε την περίπτωσή μου, να σας έρχεται στο μυαλό ότι και οι ασθενείς μπορούν και θέλουν να έχουν αξιοπρέπεια. Ίσως μάλιστα περισσότερο κι από τους άλλους, τους υγιείς. Να θυμόσαστε και ότι σας παρακάλεσα να με βοηθήσετε να ζήσω κι εγώ αξιοπρεπώς. Ίσως, όταν πια έχω γίνει θέμα στις εφημερίδες, να σκεφτείτε ότι είχατε άδικο που με αφήσατε έτσι, γιατί τότε σίγουρα θα αναρωτηθείτε ότι αφού έτσι κι αλλιώς θα χανόμουνα, γιατί δεν κάνατε κάτι ανθρώπινο, κάτι λυτρωτικό. Οι δύο και τρεις μήνες παραπάνω ζωής, με πόνο κι αγωνία είναι αυτό που θα έκανε τη διαφορά; Έτσι θα πείτε στον εαυτό σας γιατρέ μου κι ας μην το παραδέχεστε τώρα. Και πριν μου πείτε οτιδήποτε, σας απαλλάσσω από την υποχρέωσή σας αυτή, δε θέλω να σας δημιουργήσω τύψεις.
– Μα, σας παρακαλώ, τι είναι αυτά που λέτε; Αν η κατάστασή σας ήταν διαφορετική θα θεωρούσα τα λόγια σας προσβλητικά.
– Είδατε που έχω δίκιο; Ακόμα και μπροστά στα μάτια του γιατρού δεν έχω αξιοπρέπεια. Μου μιλάτε λες και είμαι ήδη πεθαμένος και σέβεστε την κατάστασή μου, είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει.
– Όχι, με παρεξηγήσατε. Επ’ ουδενί δεν εννοούσα κάτι τέτοιο…
– Αφού γιατρέ μου το καταλαβαίνω. Με λυπάστε. Με κοιτάτε με οίκτο. Και ευχαριστείτε το Θεό που δεν είστε στη θέση μου.
– Όχι…, έκανε διστακτικά, όχι…
– Κι όμως, με βλέπετε και απλώς θέλετε να φύγετε. Να απαλλαγείτε από τη δύσκολη θέση να προσποιήστε ότι έχω ακόμα ελπίδες. Να σταματήσετε να προσπαθείτε να πείσετε τον εαυτό σας ότι έχετε δίκιο. Ότι τούτη δω η σάρκα θα ζήσει όρθια πάλι και θα έχει μια φυσιολογική ζωή. Και πως γίνονται θαύματα. Αφού καλά το ξέρετε πως οι καλύτεροι γιατροί του κόσμου το έχουν αποκλείσει. Κι ότι σε λίγο θα πέσω σε λήθαργο δηλητηριασμένος από τον ίδιο μου τον εαυτό και θα παραπαίω μέχρι να σταματήσει να κυλά το φαρμάκι στις φλέβες μου. Μήπως νομίζετε ότι μόλις κλείσει η πόρτα πίσω σας, θα έχετε αφήσει κάποιον άνθρωπο να ελπίζει; Γιατί πρόκειται για άνθρωπο, γιατρέ μου, όχι για νούμερα και στατιστικές, ούτε για θεωρίες και λόγια. Πρόκειται για την αγωνία μου, για τις άγρυπνες νύχτες και τις φοβισμένες μέρες που περνάνε γρήγορα αφήνοντάς μου μόνο πίκρα. Για τα χαμένα όνειρά μου που έσβησαν μαζί την ελπίδα. Για μιαν ύπαρξη που χάνεται και που θέλει να φύγει όρθια κι όχι με το φόβο στα μάτια. Πρόκειται για κάποιον ζωντανό που σας μιλά, γιατρέ μου, κι όχι για κάποιον που πέθανε και δεν έχει να πει τίποτα πια. Για την τελευταία αυτοθέλητη πράξη της ζωής μου που θέλω να την τακτοποιήσω έτσι όπως μου αρμόζει κι όχι όπως θα αποφασίσουν άλλοι για μένα…

Λαχανιασμένος προσπάθησε να ρουφήξει λίγη ζωή μέσα από το σωληνάκι. Το καταραμένο σωληνάκι που δεν τον άφηνε να ξεχάσει την κατάστασή του. Ο γιατρός έκανε να μιλήσει. Τον σταμάτησε όμως γνέφοντάς του με το ένα του χέρι, το άλλο σκούπιζε τα στεγνά του δάκρυα.

– Πηγαίνετε, ψέλλισε με δυσκολία.
– Να…
– Μην πείτε τίποτα… Σε μια βδομάδα θα φύγω… Βαριανάσανε και κι έκλεισε τα μάτια. Είτε με τη βοήθειά σας είτε όχι… απλώς θα τραβήξω όλα τα καλώδια… Κι άμα δεν πεθάνω αμέσως, ο Νίκος θα φροντίσει…
– Μα, τι είναι αυτά που λέτε;
– Πηγαίνετε, ο Νίκος θα σας συνοδεύσει… Ευχαριστώ… Κι όπως είπαμε, σας απαλλάσσω…

Έκανε νόημα στο βοηθό του κι εκείνος τον οδήγησε στο δωμάτιό του. Ο γιατρός έμεινε άναυδος μπροστά στη θέληση του Λιανού. Τον κοιτούσε καθώς ξεμάκραινε και ένιωσε για πρώτη φορά ότι ήθελε να τον βοηθήσει. Αισθάνθηκε ένοχος. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι όλο αυτό ήταν μια απελπισμένη κραυγή για βοήθεια που τα ερμητικά κλεισμένα αυτιά του αρνήθηκαν να ακούσουν. Πάλεψε για μερικές στιγμές μέσα του. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, κοιτούσε αμήχανα γύρω του κουνώντας αδέξια τα χέρια του. Ήπιε μια γουλιά νερό κι όμως η δίψα του μεγάλωσε, το στόμα του ξεράθηκε, ένιωσε άσχημα όπως ποτέ άλλοτε.

Ο Νίκος βγήκε από το δωμάτιο του επιχειρηματία. Πάμε, είπε μονολεκτικά κι άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Η διαδρομή προς το σιδηροδρομικό σταθμό ήταν γεμάτη σιωπή. Είχε την καλοσύνη να περιμένει μέχρι να φτάσει το τρένο. Μόνο τότε του μίλησε.

– Ακούστε, την άλλη βδομάδα το αφεντικό μου θα «φύγει». Θα τον βοηθήσετε ή όχι;
– Πως;
– Ξέρετε πως.
– Μα…
– Ακούστε. Για να μην τα πολυλογούμε, έχω εδώ ένα εισιτήριο για την άλλη βδομάδα. Δε χρειάζεται να φέρετε τίποτα, όλα είναι έτοιμα. Απλώς τη γνώση και την τεχνογνωσία σας χρειάζεται. Αν σκοπεύετε να έρθετε πάρτε το, αλλιώς να σας χαιρετήσω.

Άπλωσε το χέρι με το εισιτήριο προς το γιατρό. Τον κοίταξε κατάματα, λες και προσπαθούσε να δει μέσα στην ψυχή του επιστήμονα με τα δακρυσμένα γαλάζια του μάτια. Από τα μεγάφωνα ακούστηκε η ανακοίνωση για την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας. Με μια απότομη κίνηση πήρε το εισιτήριο κι ανέβηκε στο τρένο. Κοίταξε το Νίκο χωρίς να μιλήσει. Η πόρτα έκλεισε και η δεντροστοιχία πίσω του άρχισε να χάνεται παραδίδοντας τη θέα στον καταπράσινο κάμπο.
Advertisements
    • Καρυάτιδα Ακροπολίδου
    • 16 Φεβρουαρίου 2011

    Συγκλονιστικό!!!
    Μου θύμησες την περίπτωση του πατέρα μου, που έσβησε πριν 4 χρόνια σε μια ιδιωτική κλινική χωρίς «αξιοπρέπεια»
    Και γω μια να παρακαλώ και μια ν’απειλώ τους γιατρούς να σταματήσουν την τεχνητή υποστήριξη και την σίτισή του για να απαλλαγεί μια ώρα αρχύτερα απο το δράμα του Γολγοθά που ανέβαινε !
    Ο Λιανός είχε απόλυτο δίκιο για μένα.
    Βέβαια πάντα μιλάμε για περιπτώσεις που δεν υπάρχει σωτηρία σύμφωνα με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα.
    Καλή σου μέρα Τελευταίε μου.
    Υ.γ. Ο περιγραφικός γραπτός λόγος σου, πραγματικά μαγνητίζει!
    Δεν με κούρασε καθόλου το μακροσκελές κείμενο. Το διάβασα μονορούφι!

    • Αγαπητή Καρυάτιδα, κατ’ αρχάς σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Και μπράβο σου που κατάφερες και το διάβασες μονορούφι και τόσο γρήγορα, πριν καλά καλά το αναρτήσω…

      Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα θέμα που είναι πολύ δύσκολο και που και οι δυο απόψεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν ισχυρά επιχειρήματα. Αυτό που εύχομαι πάντως, είναι να μη χρειαστεί ποτέ να βρεθώ στη θέση σου, που παρακαλούσες τους γιατρούς για τον πατέρα σου. Νομίζω ότι πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο και ψυχοφθόρο να λάβεις μια τέτοια απόφαση…

  1. Πολύ ωραίο κείμενο. Αν κι έδωσες μεγαλύτερη έμφαση στις αγωνίες και τις σκέψεις του γιατρού. Έδωσες όμως και το στίγμα, τον προβληματισμό, του ασθενούς. Μπράβο.

    • Δείμο, ήθελα με κάποιο τρόπο να ισορροπήσω την ιστορία και το διάλογο, να μη φανεί μόνο η πλευρά του ασθενή, αλλά και οι σκέψεις του γιατρού, ενός γιατρού όχι χασάπη, αλλά συνειδητοποιημένου και μάλιστα με ηθικό πρόβλημα.

  2. Συγκλονιστικό πραγματικά!
    Μου έκανε εντύπωση η ψυχοσύνθεση του Λιανού που δεν ήξερε να χάνει , ή μαλλον που ήξερε να παίρνει πάντα αυτό που ήθελε στην μέχρι τότε ζωή του.
    Μεγάλο το θέμα που ανέπτυξες που θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες.Πάντως παραμένω μουδιασμένος στην ιστορία που ξετύλιξες.
    Πολλά μπράβο!

    • Το θέμα είναι πραγματικά μεγάλο αλλά ταυτόχρονα και λεπτό. Όντως, αν βρεθείς σε μια τέτοια θέση θα μουδιάσεις σίγουρα.

      Ευχαριστώ.

  3. Kι από μένα συγχαρητήρια, το βρήκα συναρπαστικό. Βέβαια το νιώθω το σφιξιματάκι στο στομάχι μου, είναι λίγο βαρύ το θέμα!

    • Είπαμε, είναι δύσκολο θέμα. Δεν ξέρω πως μου ήρθε και καταπιάστηκα. Συγνώμη για το σφίξιμο… 😉

  4. σήμα εκτυπώθη όβερ!

    • Ελπίζω να είχες αρκετό χαρτί… κι αρκετή υπομονή… 😉

      • μου αρέσει η τελευταία στυγνή Τελευταίε…

        • Βοήθησέ με λίγο για να καταλάβω: τελευταία σκηνή; τελευταία στιγμή; Γιατί τελευταία στυγνή δε βγάζει νόημα…

  5. Πράγματι έχεις αποθέματα που γεννάν ιστορίες που αξίζουν, Κώστα. Σε αυτή την ιστορία έχεις αρκετά πολύ δυνατά σημεία: το ότι ο γιατρός είναι δεδηλωμένα δημοσίως εναντίων της ευθανασίας, και τον φέρνεις σαν ποντίκι που ακολουθεί τα κομμάτια τυριού που του βάζουν μπροστά του να φτάσει να αποποιηθεί όλα όσα πιστεύει. Αλλά δεν του δίνεις λόγο να αλλάξει τα πιστεύω του. Απλά, στο τέλος τα αλλάζει σε μια στιγμή που δεν υποδηλώνει τίποτα παραπάνω από την περιέργεια που τον έφερε στο σπίτι του πελάτη του. Ο χαρακτήρας του γιατρού είναι αδύνατος. Δεν πάλεψε (μέσα στο κείμενο) με το δίλλημα. «Όχι, όχι, όχι, όχι, Ναι!» Ο χαρακτήρας του πελάτη του ήταν δυνατότερος. Στα τελευταία του έπαιζε ακόμα το παιγνίδι του να ελέγχει τους πάντες σαν μαριονέτες, και το παιγνίδι του δεν ήταν να πεθάνει όπως ήθελε αλλά να επιβληθεί στον γιατρό με τρόπο που να τον κάνει να ξεχαρβαλώσει όλα του τα πιστεύω. Και το πέτυχε. Για ποιόν άλλο λόγο είχε διαλέξει ένα γιατρό που είχε τεθεί δημοσίως ενάντια της ευθανασίας; Η ιστορία δεν είναι περί ευθανασίας και της αντιμετώπισής της από ένα γιατρό. Είναι μια ιστορία επιβολής ενός έξυπνου, δυνατού χαρακτήρα σε ένα αδύναμο χαρακτήρα. Στα τελευταία του ο πελάτης είχε πιο πολύ δύναμη από τον γιατρό. Η ευθανασία ήταν απλώς το εργαλείο με το οποίο έπαιξε το παιγνίδι του.

    Ως δομή, νομίζω ότι έχασες μια γροθιά όταν ανέφερες την δημόσια θέση του γιατρού αφού είχαμε ήδη δει τον Νίκο να του προτείνει αυτό που του πρότεινε. Αν ξέραμε ήδη την θέση του γιατρού για την ευθανασία πριν μπει ο Νίκος, τότε η πρώτη τους κουβέντα θα είχε άλλη δύναμη για τον αναγνώστη. Το «μπρός-πίσω» που κάνεις με το χρονοδιάγραμμα, πηγαίνοντας από το τραίνο πίσω στην συνάντηση και μετά στο τραίνο είναι καλό εργαλείο τις περισσότερες φορές, αλλά σε αυτή την περίπτωση, ξεκινώντας με το τραίνο, αρκετοί αναγνώστες μπορεί να καταλάβουν ότι θα δεχτεί την συνάντηση κατά την διάρκεια της συζήτησης πριν πάει να πάρει τον φάκελο από το καλάθι απορριμμάτων.

    Θα έλεγα ότι οι περιγραφές σου, ενώ κινηματογραφικά είναι άψογες, φραστικά και με λέξεις τραβάνε λιγάκι πιο πολύ απ’ όσο θα ήθελε το μυαλό για να τις καταλάβει. Επίσης, χρησιμοποιείς γλώσσα πολύ καθαρή και καλοπλυμένη. ΠΧ: «αμαξοστοιχία». Τραίνο είναι. Η γλώσσα και οι λέξεις που χρησιμοποιούμε είναι σαν το κοκορέτσι: άμα πλύνεις πολύ καλά το άντερο χάνει την γεύση του.

    Όσο για το θέμα της ευθανασίας γενικότερα, όλα τα παραπάνω, ιδίως αυτά που είπα στην πρώτη παράγραφο, τραβάνε το κείμενο μακριά από την ηθική και την συζήτηση της, και την υποβιβάζουν απλά σε όργανο, εργαλείο, της πλοκής. Αν θέλουμε να εστιάσουμε στην ευθανασία, το κείμενο έπρεπε να γραφεί τελείως διαφορετικά, ώστε η ερώτηση να μην ήταν το δισδιάστατο Ναι ή Όχι, αλλά κάτι πιο τρισδιάστατο, όπως πχ. να εξερευνούσαμε τις σκέψεις για το αν πρέπει να είναι νόμιμη ή όχι, και αν ο κάθε άνθρωπος την θεωρεί σωστή ή όχι. Ένας άνθρωπος φερ’ ειπείν που πιστεύει ότι πρέπει να είναι νόμιμη αλλά δεν θα έπαιρνε μέρος ο ίδιος, παρουσιάζει διαφορετικό σκηνικό από ένα άνθρωπο που πιστεύει ότι πρέπει να είναι νόμιμη και θα στεκόταν πρώτος στην γραμμή να «βοηθήσει όποιον θέλει να πεθάνει, ή ένα άνθρωπο που είναι εναντίων της ευθανασίας αλλά για ένα συγκεκριμένο άνθρωπο αποφασίζει να πάει ενάντια στο πιστεύω του, συναισθηματικά.

    Ίσως το τελευταίο να ήταν αυτό που είχες την πρόθεση να δώσεις, αλλά δεν είδαμε την πάλη, την δικαιολογία μέσα του. Είδαμε μόνο τους επιδέξιους χειρισμούς του πελάτη που κρατούσε τα σχοινιά της μαριονέτας που ήταν ο γιατρός.

    Το γράψιμό σου Κώστα έχει μεγαλύτερη αξία με κάθε ιστορία που διαβάζω.

    • Καλέ μου φίλε Δημήτρη, πραγματικά σε όσα γράφεις έχεις απόλυτο δίκιο, με μια μοναδική εξαίρεση. Θα διαφωνήσω στο σημείο που αναφέρεσαι στη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Πραγματικά η αμαξοστοιχία είναι το τρένο, αλλά όταν έχω ήδη χρησιμοποιήσει τη λέξη «τρένο» αρκετές φορές πρέπει να βρω ένα συνώνυμο για να σπάσω τη μονοτονία. Η επιλογή δηλαδή των λέξεων έγινε με βάση αυτό το κριτήριο και νομίζω ήταν μονόδρομος.

      Σε όλα τα υπόλοιπα, όπως είπα παραπάνω συμφωνούμε απόλυτα και πολύ καλά έκανες και τα επισήμανες.

      Για τη διάρθρωση του κειμένου θα ήθελα να πω το εξής: Πραγματικά χάνεται ένα πλεονέκτημα από τη στιγμή που ο Νίκος περιμένει στο σταθμό. Όπως όμως γράφω στην πρώτη ανάρτηση, το πλήρες κείμενο είναι πιο μεγάλο. Ξεπερνάει τις 13.000 λέξεις και αρχίζει με τα τελευταία λεπτά της ομιλίας του γιατρού στο συνέδριο και το διάλογο που ακολουθεί μετά. Συνεχίζει περιγράφοντας τη δύσκολη κατάσταση του Λιανού που φτάνει σε οριακές καταστάσεις και καταριέται την κατάντια του. Μετά ακολουθεί το κείμενο όπως είναι, με κινηματογραφικό τρόπο, όπως μου είχες υποδείξει (αν και νομίζω ότι δεν τα έχω καταφέρει πολύ καλά!) και κάπου κάπου παρεμβάλλονται κάποιες χαρακτηριστικές στιγμές από τη ζωή των δυο πρωταγωνιστών. Στο τέλος, τη νύχτα μετά τη συζήτησή τους, ο γιατρός κάνει ένα ιδιότυπο διάλογο με τον εαυτό του στον οποίο έχει πέσει στην παγίδα του Λιανού και παλεύει με τη συνείδησή του. Ο διάλογος αυτός είναι δυο σελίδες από μόνος του. Αποφάσισα όμως, καλώς ή κακώς, να περιορίσω το κείμενο σ’ αυτές τις είκοσι περίπου σελίδες διότι μετά θα καταντούσε κουραστικό για τον αναγνώστη. Να σκεφτείς ότι όταν ξεκίνησα να το γράφω θεώρησα πως 4 με 5 σελίδες θα ήταν αρκετές και τελικά ξέφυγα πάρα πολύ. Γνωρίζω ότι ίσως έπρεπε να το δημοσιεύσω αυτούσιο, αλλά αφενός θέλω να διορθώσω κάποια κομμάτια κι αφετέρου νομίζω ότι οι αναγνώστες του ιστολογίου μου θα το απέφευγαν επιμελώς. Και δικαίως. Γιατί νομίζω ότι για να το διαβάσει κάποιος έπρεπε να σπαταλήσει πάνω από δύο ώρες.

      Όσον αφορά στην πλοκή του, κι εδώ έχεις δίκιο. Περισσότερο είναι μια σύγκρουση χαρακτήρων παρά μια διαμάχη για την ευθανασία. Όταν μoυ ήρθε η ιδέα να το γράψω επικεντρώθηκα στην ευθανασία αυτή καθ’ αυτή. Μετά σκέφτηκα ότι αυτό που θα είχε περισσότερη σημασία θα ήταν ο διάλογος, η διαδρομή προς την Ιθάκη δηλαδή. Έτσι, χρησιμοποιώντας την ευθανασία ως ένα στιβαρό υπόβαθρο, δημιούργησα δύο πολύ ισχυρούς χαρακτήρες, έναν επιτυχημένο επιχειρηματία κι έναν γνωστό γιατρό και τους έβαλα να παλέψουν. Ο Λιανός, πανίσχυρος που κάποτε όλοι τον κυνηγούσαν και τον παρακαλούσαν έφτασε να ικετεύει τον αμετακίνητο από τις πεποιθήσεις του γιατρό. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα προσχεδιάσει τίποτα από τους διαλόγους. Απλώς έγραφα. Και πρόσεξε με ποιο τρόπο: Τη μια μέρα έμπαινα στη θέση του Λιανού κι έγραφα, αλλά οι απαντήσεις του γιατρού ήταν επιδερμικές, αδύναμες. Την άλλη μέρα γινόμουν γιατρός και διόρθωνα τις απαντήσεις. Και πάει λέγοντας. Και κατέληξε σε έναν γιατρό που πραγματικά όπως επισήμανες, ήταν τελικά ένας αδύναμος χαρακτήρας που λύγισε όταν αντίκρισε την πραγματικότητα για την οποία μόνο θεωρητικά γνώριζε πριν τη συνάντησή του με το Λιανό. Επίσης, προσπάθησα να μη δώσω περιττές λεπτομέρειες και να κρατήσω το κείμενο όσο το δυνατόν πιο «καθαρό». Θα μπορούσα να γράψω για νοσοκόμες, για γραμματείς, για το γεγονός ότι όλα ήταν κανονισμένα για να μη βρει μπελάδες μετά την ευθανασία ο γιατρός κλπ. Προτίμησα να μην αναφέρω τέτοια πράγματα.

      Λοιπόν, σταματώ εδώ το σχόλιο γιατί θα βγει μεγαλύτερο από την ιστορία!!!

      Σε ευχαριστώ, εσένα κι όλους τους άλλους που έκαναν τον κόπο να το διαβάσουν. Οι παρατηρήσεις σου είναι ΘΗΣΑΥΡΟΣ για μένα.

      Την καλημέρα μου.

      (Σήμερα το πρωί μου ήρθε άλλη μια καλή ιδέα… Να δούμε αν θα τελεσφορήσει…)

      • Κώστα μου, η γλώσσα είναι υποκειμενικό πράγμα και, τελικά, το προσωπικό στυλ του γράφοντος, άρα, είναι το πιο ασήμαντο από αυτά που έγραψα. Η απάντησή σου όμως στο συγκεκριμένο, θίγει το τι κάνουμε γενικά όταν μια λέξη εμφανίζεται ξανά και ξανά σύντομα. Στα Ελληνικά έχουμε κάμποσες λέξεις για κάμποσα πράγματα που όμως στο Ελληνικό αυτί διαχωρίζει εποχές και επίπεδα της Ελληνικής γλώσσας -και τότε η απόφαση είναι να μπερδέψουμε εποχές και επίπεδα της γλώσσας ή όχι. Στο συγκεκριμένο πέρασμα ΠΧ θα μπορούσε κανείς να γράψει και έτσι: » Ο Νίκος περίμενε ανυπόμονα στην πλατφόρμα του σταθμού εδώ και μισή ώρα. Η καθυστέρηση άρχισε να τον κάνει νευρικό, πήγαινε από τη μια της άκρη ως την άλλη, ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Η φωτεινή ένδειξη έλεγε ότι από στιγμή σε στιγμή το τραίνο θα έφτανε.» (εδώ, για μένα, το μια/άλλη και ένα/άλλο, δουλεύουν ωραία γιατί δίνουν την ένταση της νευρικότητας χωρίς να ακούγονται σαν περιττή επανάληψη)

        Το άλλο σημείο είναι ότι ανάρτησες αυτό που βασικά περιγράφεις σαν «περίληψη» του πλήρους κειμένου (πλήρες είναι αυτό που βγαίνει από μόνο του και μένει μετά από κάποια σύνταξη και καθάρισμα. Δεν συμφωνώ να παρουσιάζουμε κάτι «κομμένο». Καταλαβαίνω τον λόγο, αλλά, άσε μας εμάς και εσύ κάνε την δουλεία σου, την οποία υποθέτω την κάνεις χάρη της ίδιας της δουλειάς και του αντικειμένου και όχι για χάρη μας. Αν το κείμενο μας γραπώσει εμείς θα το διαβάσουμε. Υπάρχουν στα ράφια βιβλία και 150 σελίδων και 800. Όταν διαλέγουμε κάτι να διαβάσουμε δεν το ζυγίζουμε πρώτα. Μη φοβάσαι. Γράφε εσύ και αν είναι καλό θα διαβαστεί, ή κάποιος θα σου πει γιατί όχι.

        Επίσης ενδιαφέρον ότι έγραφες τον διάλογο σαν Λιανός, και μετά σαν γιατρός. Αυτό είναι δύσκολο. Ιδίως αυτός ο διάλογος είναι ένα σκάκι. Δύσκολο να γράψεις τις κινήσεις του ενός και μετά τις κινήσεις του άλλου.

        Πάντως σε εμένα δεν φάνηκε καν ότι ο γιατρός «λύγισε όταν αντίκρισε την πραγματικότητα» Η στιγμή που λύγισε δεν βρίσκεται για μένα στο κείμενο. Όπως το διάβασα εγώ απλά «αντέδρασε», κάνοντας και πάλι το αντίθετο από αυτό που έλεγε τόση ώρα ότι θα κάνει. Ο «ήρωας», δηλαδή, ή ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Λιανός.

  6. Πραγματικά Δημήτρη δε φαίνεται ξεκάθαρα η στιγμή που λύγισε ο γιατρός. Μόνο μια μικρή ιδέα στο τέλος του τρίτου μέρους. Δε φαίνεται ξεκάθαρα ο διάλογος με τον εαυτό του.

    Επειδή θέλω να διορθώσω κάποια σημεία ίσως καθυστερήσω λίγο να το φτάσω εκεί που θέλω. Μόλις όμως γίνει κι αυτό, μπορεί να το αναρτήσω ξεχωριστά και ολόκληρο, αν και τώρα πια νομίζω ότι δε θα έχει κάποια ιδιαίτερη αξία για όσους έχουν διαβάσει το ¨κομμένο». Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι παραείναι μεγάλο για ένα ιστολόγιο. Και πραγματικά προβληματίστηκα για το αν έπρεπε να το αναρτήσω ολόκληρο ή όχι. Άλλωστε, είμαι στα πρώτα βήματα της συγγραφής τέτοιου είδους πονημάτων και δε θέλω να χαρακτηριστώ ως αιθεροβάμων που νομίζει ότι έχει κάτι το φοβερά αξιόλογο να επιδείξει. (Το καλάμι θα το καβαλήσω αργότερα…χα,χα,χα!!!)

    Λοιπόν, πραγματικά, όταν γράφω το κάνω για αυτό και μόνο. Για το γράψιμο. Όμως, επειδή θέλω να αναγνωστούν τα κείμενα από όσο το δυνατόν περισσότερους τώρα στα πρώτα βήματά μου, έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου και τον αναγνώστη. Γιατί θέλω να κριθώ από όσο το δυνατόν περισσότερα ζευγάρια μάτια. Γι’ αυτό και επέλεξα να το κόψω. Όταν αποκτήσω αυτοπεποίθηση περισσότερη τότε θα αλλάξουν τα πράγματα. Μην ξεχνάς ότι ο ερασιτέχνης πρέπει να προχωράει λίγο λίγο και με προσεκτικά βήματα γιατί δεν έχει την εμπειρία του επαγγελματία. Εσύ με ένα φιλμ 36 στάσεων θα βγάλεις 36 άψογες φωτογραφίες κι εγώ, φωτογραφίζοντας δίπλα σου το ίδιο θέμα, θα βγάλω 1 μέτρια (κι άμα) και 35 χάλια. Μην τις επιδεικνύουμε κιόλας… (Αξιοπρέπεια που έλεγε κι ο Λιανός 😉 )

    • Φεύγουμε αμέσως και δεν προλαβαίνω πλήρη απάντηση, αλλά, γρήγορα: ένα φιλμ έχει 36 εκθέσεις, αλλά πόσες φωτογραφίες; Ίσως μια δύο. Αν είναι φωτογράφηση μόδας θέλει 6-7 φιλμ για μια. Στη φωτογραφία γίνεται και bracketing δηλαδή η έκθεση που νομίζουμε σωστή, μιά ή δύο πιο υπερφωτισμένες, και μια ή δύο πιο υποφωτισμένες, και μια από τις 3 ή 5 είναι σωστή. Αν κάνεις και bracketing για το σκηνικό ή το καδράρισα, παίρνεις 36 εκθέσεις ξέροντας ότι θα βγεί μια φωτογραφία αν είσαι τυχερός. Επειδή το κοινό βλέπει την τελειωμένη φωτογραφία ή κινηματογραφικό έργο, νομίζει ότι ο επαγγελματίας τα βγάζει έτσι, χωρίς να ξέρει, το κοινό, την μέθοδο που ακλουθεί ένας επαγγελματίας για να φτάσει στο τελικό προϊόν. Και το γράψιμο κάπως έτσι είναι 🙂

      • Πολύ σωστή η παρατήρησή σου Δημήτρη. Δε με αφήνεις να πάρω ανάσα… Το μετάνιωσα κιόλας που δε το δημοσίευσα ολόκληρο. ΔΕΝ ΤΟ ΞΑΝΑΚΑΝΩ. Εντάξει, με έπεισες. Ήταν λάθος μου. 😉

  7. Τελευταίε, είναι καιρός που θέλω κι εγώ να σχολιάσω τα γραπτά σου και πήρα επιτέλους την απόφαση να σου γράψω κάποιες σκέψεις μου, όχι σαν ειδικός αλλά σαν αναγνώστης που έχει διαβάσει αρκετά βιβλία (αν και μετά τις πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του thinks που τις διάβασα κι εγώ με θαυμασμό ίσως είναι περιττή η δική μου γνώμη).
    Λοιπόν είναι εμφανής η πρόοδός σου σε σχέση με τα προηγούμενα διηγήματα. Για παράδειγμα φαίνεται δικαιολογημένη η μεταστροφή του γιατρού -αν τελικά γίνει-, κάτι που δεν πέτυχες απόλυτα με τον πολιτικό. Εκεί η μεταστροφή του μου ήρθε κάπως απότομα. Κι εγώ θα σου έλεγα ό,τι σου είπε ήδη ο thinks να μη φοβάσαι τα μεγάλα κείμενα, όπως δε φοβάσαι να ασχοληθείς με βαριά θέματα σαν την ευθανασία. Τώρα έχω μια αντίρρηση για το διήγημα αυτό -λεπτομέρεια θα μου πεις, αλλά οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά. Λοιπόν είναι εντελώς απίθανο ένα γιατρός που εκφωνεί «πύρινους λόγους» -να και άλλη μία φράση κλισέ που πρέπει να αποφεύγεις- εναντίον της ευθανασίας σε συνέδρια και έχει και γιατρούς υποστηρικτές να «μην έχει έρθει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο» με αυτή την πραγματικότητα. Ποιος γιατρός θα τον πάρει σοβαρά υπόψη; Ποιος θα τον ακούσει; Δε μιλάμε για φιλόσοφο.
    Και έχω και μια ακόμη γενικότερη διαφωνία με τους ήρωες των διηγημάτων σου. Είναι απόλυτοι. Βρίσκονται στα δύο άκρα. Ο καπετάνιος είναι μια εξιδανικευμένη μορφή ναυτικού που το μόνο του ελάττωμα είναι ότι φοβόταν και αυτός στην καταιγίδα, κάτι που αν το σκεφτείς δεν είναι ελάττωμα, ο πολιτικός κινείται από το απόλυτο κακό του αριβίστα πολιτικού, στο απόλυτο καλό του ανθρώπου που θέλει να θυσιασθεί. Ο γιατρός πάλι είναι απόλυτος εναντίον της ευθανασίας -είναι δυνατό να υπάρχει γιατρός που να μην έχει αμφιβολίες;- ακόμη και ο βιομήχανος είναι αγαπητός στους εργάτες του, το προσωπικό του τον λατρεύει και δίνει την ψυχή του για αυτόν. Πόσοι βιομήχανοι είναι πράγματι έτσι;
    Νομίζω πως οι χαρακτήρες των ηρώων σου πρέπει να κινούνται κάπου στο ενδιάμεσο με καλά και κακά στοιχεία, με αμφιβολίες, όπως είναι οι κανονικοί άνθρωποι. Το ταλέντο σου είναι τεράστιο. Δεν είμαι σίγουρος πως οι συμβουλές μου είναι οι σωστές, μπορεί να κάνω κι εγώ λάθος, πάντως είμαι σίγουρος πως θα σε προβληματίσουν γιατί έχω καταλάβει πως ο χαρακτήρας σου μόνο απόλυτος δεν είναι.

    • Θωμά, ένα ευχαριστώ μόνο δεν αρκεί για εκφράσω τη μεγάλη μου χαρά για το σχόλιό σου. Οι παρατηρήσεις σου είναι σωστές και κακώς δεν τις είχα εντοπίσει τόσο καιρό. – Μια μικρή μόνο διαφωνία ως προς τον πολιτικό: Η μεταστροφή του δεν έγινε από καλός σε κακός γιατί άλλαξε ο χαρακτήρας του αλλά για να εκδικηθεί το σύστημα που τον απέρριψε. Εξ’ ου και το απότομο της αλλαγής δοθείσης της ευκαιρίας που του παρουσιάστηκε.- Όλες σου οι προτάσεις συμπληρώνουν πραγματικά και τις προτροπές του Δημήτρη (thinks), ο οποίος να σημειώσω ότι με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Η καθοδήγησή του είναι πραγματικά πολύτιμη, όπως και η δική σου Θωμά.

      Ελπίζω οι επόμενες μικρές ιστορίες να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

      Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς.

  8. Συμφωνώ απόλυτα με τον Θωμά. Θαυμάσιες και σωστές παρατηρήσεις. Θα έλεγα ότι τους χαρακτήρες σου τους πήρα πάντα σαν «μαύρο εναντίων άσπρου» όπου τους χτίζεις σαν εικονικές αντιπροσωπεύσεις της «μάχης» περί της οποίας το κάθε κείμενο. Ο Θωμάς σωστά εξηγεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ ένας απόλυτος χαρακτήρας και η «μάχη» ξεκινά συνήθως μέσα στο ίδιο τον άνθρωπο. Ένα παράδειγμα όπου η μάχη έγινε αποφασιστικά, και χωρίς αμφιβολία για το ποιά πλευρά κέρδισε, είναι η μάχη μεταξύ ηθικής και αναγκαιότητας την οποία αντιπροσωπεύει ο Τόμας Μουρ, ο άνθρωπος για όλες τις εποχές. Από την άλλη μεριά, τα θεατρικά έργα του Μολιέρου πάντα αντιπροσώπευαν μια ξεκάθαρη τέτοια «μάχη», με χαρακτήρες απόλυτους στην θέση του ο καθένας για να δουλέψουν οι απλές αλλά σημαντικές «χημικές αντιδράσεις» που καθόριζαν την κατεύθυνση του έργου -μέσα από το πιο δύσκολο των συστατικών, την κωμωδία.

    • Πραγματικά Δημήτρη, οι παρατηρήσεις του Θωμά είναι εύστοχες και για πράγματα τα οποία εγώ ποτέ δεν είχα σκεφτεί. Σας ευχαριστώ και τους δύο για τις πολύτιμες συμβουλές σας.

  9. Η αλήθεια είναι οτι η αφήγηση κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
    Ο προβληματισμός του γιατρού είναι ένα θετικό σημείο ή μια «αντίστιξη» απέναντι σε ανευθυνότητες συνανθρώπων μας, ή σε ολιγορίες & ανεπάρκειες άλλων συναδέλφων του, σε περιπτώσεις που δεν τίθεται καν θέμα «ευθανασίας» και οδηγούν σε απώλειες.
    Για να μην προσθέσουμε και τα καθημερινά θύματα από τις πολεμικές συρράξεις που έχουν κοστίσει τη ζωή σε αμέτρητα παιδιά (unicef)

    • Την καλημέρα μου Καίσαρα και τις ευχαριστίες μου για τα καλά σου λόγια.

      Για τα παιδιά – θύματα των πολεμικών συρράξεων απαιτείται μεγάλη συζήτηση νομίζω. Είναι οι παράπλευρες απώλειες πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς δυστυχώς να υπολογίζεται η ανθρώπινη ζωή.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: